8 Ιαν 2020




(Φωτο-σύνθεση Υιώτας. 2014)


Μοιρασμένη Γη 

Τινάχτηκα μεσονυχτίς στης βροχής το κάλεσμα.
Το σώμα πέτρινο. Η ψυχή σ' αυγινό τοπίο. 
Η θύμηση ενεργή.
Απόμακρα, ακούγονταν η ρυθμική ανάσα των πουλαριών
κατά μήκος της ακτής που με αγκάλιαζε, αφρίζοντας
στα πάθη της.
-Άναψε μια φωτιά, διέταξε η Βροχή, να λαμπυρίσουν 
τα σκότη των αμόλυντων χρόνων.

Αχ! Μοιρασμένη πατρίδα, σε αμοίραστο όνειρο.
Αχ! Ωκεανοί εγκληματίες.
Αχ! Ουρανοί απόμακροι. Άδεια μάτια. Κρεββάτια άψυχα.
Αχ! Αδέσμευτα ιστιοφόρα της νοσταλγίας.

Γυάλινες οι στιγμές. Οι υποσχέσεις εύθραυστες.
Θολές οι εικόνες.  Η αίσθηση, ημιλιπόθυμη.
Δεν είναι πλέον η απόσταση που σφάζει την σάρκα
στη θύμηση της αφής σου. 
Δεν είναι η γύρη της λεμονιάς του αφρόντιστου κήπου 
που έπνιξε την κραυγή της αναμενόμενης ερώτησης.
Είναι το χτύπημα στην καρδιά που νεκρώνεται
μην αντέχοντας να ψηλαφίζει
για την ακέρια ύπαρξη της γλώσσας μου
σε ακρογιαλιές ξένες.

-Ψάξε στο φως των παιδικών ματιών,
ψιθύρισε η ξενέρωτη νύχτα.
Εκεί ν΄ αποθέσεις το μακρύπνοο όνειρο.

Διπλώθηκα στην άνοστη μελωδία της βροχής.

Αύριο; θα δω τα μάτια σου.
(2014)

(από την  εσώκλειστη λεμονίτσα μου. 2019)


Πάντα με την αγάπη μου

Υιώτα

6 Ιαν 2020

Π Ο Σ Ε Σ Φ Ο Ρ Ε Σ





ΠΟΣΕΣ ΦΟΡΕΣ

Σιωπηλή η νύχτα. Ξάγρυπνη. Μαζί της ξενυχτώ
στο κάθε της σκίρτημα.

Εχθρός, η νύχτα, η καλόβολη.
Ξεγυμνώνεται σαν ανόητη κοπελούδα που την αγγίζει ο πόθος.
Θυμώνω που μου στερεί τον ακοίμητο ύπνο.
Πλάι μου, ο ποθητός, ονειρεύεται βαθιά θάλασσα με χάρτινα καράβια.
Κάπως έτσι κυλάει η μέρα του. Με τα όνειρα. Τα ακατόρθωτα.

Κι η νύχτα; Που είναι η νύχτα;
Στο νου που αγωνίζεται για οξυγόνο;
Στην καρδιά την μανταρισμένη, -την καρδιά που βογκάει
με την γελαδίτσας το μόσχευμα κι αργοπορεί στο τρέξιμο της ζωής;

Πού κατοικο-εδρεύει η νύχτα;
Χθες, άπλωνε τους σπόρους της σε σεντόνι ολόλευκο…

Μακρινή ανάμνηση της Άνοιξης που προσδοκίες υπόσχεται
σε κείνους που την πιστεύουν.
Η Άνοιξη είναι ένας οργασμός που δεν ελέγχεται.
Η ώρα της σποράς δεν έχει πάντα ποθητό αντίκρισμα.
Όλα εξαρτώνται από της στιγμής την Τύχη. Ναι.
Κι από το Ημισφαίριο που ζεις. Νοητό ή πραγματικό.

Απόψε, μια νύχτα γεμάτη άγχος, 
κι ας είχαν πληρωθεί τα κόμιστρα.

Μια νύ χ τα που αν της αντικαταστήσεις το μεσαίο σύμφωνο με συριστικό, θα χασμουριέσαι.
Μα ο αγύρτης ύπνος δεν θα σε σέρνει στην πλάτη του
όταν γυρίζει σε τόπους μακρινούς, άγνωστους,
σε ρημαγμένες πεδιάδες όπου οι πέτρες σώθηκαν
για να ξαπλώσουν καταγής άπνοους ονειροπόλους
σαν εξαγριώθηκαν υπερασπίζοντας πάτρια εδάφη…
δεν θα σε φορτωθεί σαν φτερουγίζει ανεξέλεγκτα
πάνω από ωκεανούς αχόρταγους, για άγριες ώρες όπως
τα θεόρατα κύματα, τα θεόρατα θωρηκτά,
τα θεόρατα υποβρύχια που γλιστρούν στο υπόγειο ονειρικό βασίλειο
του μυθικού θεού…

’Ο Άδης, ας λένε, είναι γύρω σου και μέσα σου.
 Ο άνθρωπος είναι μικρός για να καταλαβαίνει τα μεγάλα ερωτηματικά.
Τον έμαθαν να σκέπτεται με συμβολισμούς όπου και αυτούς
 -σκεπτόμενος πλέον- τους απορρίπτει, για να σπρώξει την σκέψη
πιο πέρα, πιο πάνω, να υπερισχύσει της δύναμής του,
για να εντυπωσιάσει…
 Όταν η άμορφη νύχτα σε βουλιάζει,
πνίγοντάς σου την αναπνοή, την πολύτιμη,
ο πανικός σε μηδενίζει.
Αναζητάς απελπισμένα την Άνοιξη
που σου έταξε φτερούγες αετού, που σε μάγεψε
με τα ασύλληπτα χρώματα της πεταλούδας…
Που δεν σου εξήγησε ότι το κουκούλι που σε νανούρισε
δεν ήταν παρά μια μορφή της ύπαρξής σου που έμελλε 
να γίνει βορρά ανάτασης δίχως ανάσταση. 

Μόνο για κείνους που πιστεύουν
ότι όταν η χλόη δεν αναζητά νερό και τροφή,
θα είσαι αιώνιος…
Η χλόη σε χρειάζεται. Το τραγούδι της είναι αδιάκοπο.
Τα έγκατα της, αχόρταγα. Λειώνουν τα πάντα 
με τον συνεταιρισμό
του άγνωστου χρόνου.

Η νύχτα του μυαλού; 
Με τα χίλια πρόσωπα.
Με τις αμέτρητες προσωπίδες.
Η νύχτα, που δεν κοιμάται ποτέ και πουθενά.
Κρεμάσου στο βλέφαρο του φεγγαριού 
να σε ταξιδέψει
εκεί που Άνοιξη φουσκώνει τις Γης τις φλέβες.
Εκεί που ο ήλιος ειρωνικά υπόσχεται γόνιμο καλοκαίρι
για να ξεχαστεί ο πάγος κάτω από τα ξυπόλητα πέλματά σου.
Για να χτυπήσει πιο γρήγορα ο παλμός της καρδιά σου και να ακουστεί
εκεί που η καρδιά των άλλων αργοπεθαίνει μόνο από μια ιδέα.

Άυπνη Νύχτα. Ορθώνεσαι σαν το άμαθο μειράκιο που κρατά
τον δαυλό της σποράς αναμμένο δίχως να ελπίζει ότι η Γη
τού έχει κάπου φυλαγμένη την βρύση της εκτόνωσης.
Κι είναι η φωτιά στο θέριεμα της, 
που ο νους δεν νιώθει τον κίνδυνο.
Όχι τον κίνδυνο της δικής του δίψας, για το δικό του ξεδίψασμα.
Τον άλλο. Τον κρυφό. Τον ανείπωτο.

Ο κίνδυνος ελλοχεύει σε έναν αγέρα σκόπιμα δροσερό, 
ευεργετικό για την άμαθη, την απείθαρχη υπόστασή σου.
Εκείνον τον κίνδυνο όπου ο Όφις δεν σου τον δείχνει
καθώς σέρνεται γοητευτικά πάνω στο άγουρο κορμί της νιότης.
Το κορμί που σε κάθε άγγιγμα ανατριχιάζει από επιθυμίες φανταστικές, συχνά ανεκπλήρωτες.

Η νύχτα δεν θα σε κάνει σοφό, ούτε -σε σύγκριση- σοφότερο
από τους άλλους.

Η νύχτα έχει την δική της άβυσσο να σε σύρει:
Να σε κερδίσει. 
Πολλές φορές εις βάρος της δικής σου ύπαρξης.
Γι’ αυτό έχει την Αυγή να προετοιμάζει την ελπίδα σου,
την μαγική-μικρή σου δύναμη.
Γι’ αυτό έχει την Γη συνεργό, για να σε δελεάσει.
Να πλημμυρίζει από λογής-λογής εικόνες, ήχους, εναλλαγές.
Ο Ουρανός που σου τάζει, απέραντος. Ούτε αρχή ούτε τέλος.
Εσύ τον στηρίζεις. Εσύ τον τροφοδοτείς. 
Εσύ,
το άμαθο, το έξυπνο θύμα.

Τα πάντα συμφωνούν με τους όρους της Γης.
Η δύναμη στα δικά της έγκατα είναι κρυφή.
Συχνά ομαλή,
διακριτική, αθόρυβη. Μα είναι εκεί. Με τα ποτάμια της.
Με τα όρη της. Με τους Ωκεανούς της.
Με τους κρυφούς της στομαχόπονους  και την Λάβα της.
Με τους πίδακες. Με τα διαμάντια της.
Τα σπάνια ορυκτά της θα σε παραπλανήσουν
με φρούδες υποσχέσεις υπερίσχυσης.

Πανέξυπνη η Γη. Όπως πολλοί από κείνους που την πατούν.
Κανέναν όμως δεν έκανε αιώνιο.
Προσωρινές οι μάσκες, τα αγάλματα, τα μνημεία. Ήδη
άρχισαν να τα γκρεμίζουν!
Στο άγουρο κορμί της νιότης βασίζει την δύναμή της.
Τα πάθη της. Την δική της συνέχεια. Την δική της υπεροχή.
Τί κρίμα ακατανόητο.

Πόσες φορές την θαύμασα!
Πόσες την παρακάλεσα!
Πόσες φορές με γέλασε, γελώντας με την αγωνία μου.
Πόσες με προσπέρασε αδιάφορα. Πόσες με πέταξε
δίπλα στο κομμάτι που της αγόρασα για να νιώθω μέρος της,
να ριζώσω κοντά της, δίπλα στον θόρυβο της ατμοκίνησης,
απέναντι από το εκκλησάκι της μεγάλης πίστης
-όπου τα σύμβολα μοιάζουν να είναι πιο ανθρώπινα,
λιγότερο εξαρτημένα από τις πολυποίκιλες οσμές της κυριαρχίας.

Της μίλησα. Ταπεινά, της εξήγησα. Μου είναι αρκετό ένα ξύλινο 
κρεββάτι για το ύψος μου, ένα χαρτί και μολύβι νούμερο ένα,
για τις ώρες που θα σταματώ τα φτερουγίσματα
γύρω από πρόσωπα αγαπημένα.

Μισώ την Νύχτα. Στην αιώνια πάλη της, με το φως,
είναι πάντα νικήτρια.
Σου κρύβει τα μυστικά. Μεγάλα, και μικρά. 
Σου απαλύνει τις ρυτίδες.
Σου καλύπτει τους πόνους με τους δικούς της βόγγους.
Μιμείται την ροή στις φλέβες σου 
για να ξεγελάσει την ματαιότητά σου.

Πόσες φορές 
τα είπαμε οι δυο μας!
Δημιουργούσαμε τις ωραιότερες διαδρομές, 
επισκεπτόμαστε τα σπανιότερα κομμάτια της, 
τραγουδούσαμε τα γλυκύτερα τραγούδια.
Για την Πατρίδα. Για την Ζωή. Για τον Έρωτα.
Ανεβαίναμε οροσειρές απάτητες. Λουζόμαστε 
στις ίδιες λίμνες της αθανασίας για να γίνουμε άτρωτες...
Ναι, για να ξυπνήσουμε την αυγή πιο αδύνατες…

Πόσες φορές ως τώρα, Νύχτα, με γέλασες!
Πόσες σου αντιστάθηκα.
Πόσες ακόμη μου μένουν…

Πόσες φορές
είπα να βάλω σύντομες φοβέρες στο νου
προστατεύοντας την εύγλωττη καρδιά,
κι ανακάλυψα ότι οι ξαφνικές αστραπές του
γίνονταν όλο και πιο συντηρητικές...

Πόσες φορές καταράστηκα τα δάκρυα του ουρανού
που επέμενε
ότι τα δικά μου δεν ήταν αρκετά
για να δροσίσει τον ωκεανό που με χωρίζει
από τον αγαπημένο, διψασμένο πλέον Σελινούντα.*

Ζω, λες και μια Αρχαία Πόλη* που αναπνέει
κάτω από την αγύμναστη θάλασσα του Κορινθιακού,
αμφισβητώντας την
για την δύναμη των σιγαλών τραγουδιών της,
για τον υπόκωφο αναστεναγμό των ονείρων της,
από τα διάσπαρτα κομμάτια των θρύλων της.

Πόσες φορές έχτισα τείχος σιωπής
με τα αμίλητα κογχύλια που μάζευα στις ακτές της,
με την ράχη κυρτή, έρμαιο στον αδίστακτο ήλιο,
με τα γόνατα γδαρμένα στους άτακτους κάμπους της.

Μόνο ο βοριάς έδινε οξυγόνο
και κατεύθυνση στα στερημένα οράματά μου,
σπρώχνοντάς με σε απάτητους λειμώνες όπου
τα πέλματα μου αρνούνταν να αφήσουν ίχνη,
κάτω από μια ανόητη σεμνοτυφία.

Πόσες φορές πίστεψα 
ότι ένας Άνδρας έπρεπε να κατοικεί μέσα μου,
για να του επιτρέπεται να υψώνει την φωνή, 
να εξοργίζεται,
να βρίζει ανεξέλεγκτα.
Κι όταν στη φημισμένη κοιλάδα μας,
αυτός, συσκεύαζε ομοιόμορφα κι επιδεικτικά 
τα χρυσόχροα τσαμπιά 
του φημισμένου "Κέρινου Σταφυλιού"
με τις προκλητικές εύγευστες ρόγες, στα ρηχά 
ξύλινα κιβώτια,
για το φτηνό ξεπούλημα στις αγορές της Πρωτεύουσας,
ΝΑΙ,
ακράδαντα πίστευα ότι το ισχνό σώμα μου δεν ήταν αρκετός ναός
για το ατίθασο πνεύμα που με κυβερνούσε 
οδηγώντας με σε παρθένους ορίζοντες.

Ίσως η ζεστή καλοκαιριάτικη σκόνη από τα χειμερινά
εκχυλίσματα του αρχαίου ποταμού
είχε γίνει μόνιμη νουθεσία στα πέλματά μου κι είχε
εισχωρήσει μέχρι τις φλέβες μου, 
θυμίζοντάς μου ότι
τα πάντα είναι σκόνη ευάλωτη, που εισχωρεί
ανεξέλεγκτη στη Γη, στα έγκατα της,
στους αγέριδες της, στον ουρανό της, και πέραν...

Προσπαθούσα να είμαι αυτόφωτη σε έναν κόσμο
γεμάτο Αρχαίο φως.

Εκδικητικό ΦΩΣ.
Εκείνο, που ξεκίνησε από τα πρωτόγονα σκαλίσματα των Βράχων,
από τα υγρά, λαμπερά δάκρυα των σπηλαίων
-ποιος είπε ότι η Γη δεν κλαίει κρυφά, σαν απελπισμένη Μάνα-
και πέστε μου,
πού είναι η καταχωρημένη αναφορά της αιτίας των δακρύων της.

Προσπαθούσα να είμαι αυτόφωτη.
Η αστραπή, ήταν αστραπιαία. Ο περίγυρος, ημιφωτισμένος.
Η εκτυφλωτική εκμετάλλευση σε συνδυασμό
με την τύφλωση της συνείδησης, σαστίζει.

Αναπάντητη η ερώτηση:
-Μα πώς! Τι είχαν αυτοί που κράτησαν τον δαυλό άσβηστο;
Ποιο άστρο χαμήλωσε επικίνδυνα την τροχιά του
και οι ευνοούμενοι της Τύχης έσπευσαν και ίππευσαν
την αστρόλαμπρη ράχη του;

Άνδρες!
Άνδρες, με το ένα χέρι στα γκέμια, και το άλλο
στα διακριτικά του φύλου τους!
Άνδρες, που ίππευαν τα ιδιόκτητα άλογα της Τύχης
με το ίδιο σκληρό, αντρίκιο πάθος την Γυναίκα.

Την Γυναίκα-Μάνα, την Γυναίκα-Γη.
Την Γυναίκα-άγνωμη, αμίλητη, υπάκουη, ημι-μηδενισμένη.
Την Γυναίκα-σάρκα, την Γυναίκα-υπόδουλη, την Γυναίκα-λαμπερόγνωμη προς ίδιον κέρδος.
Την Γυναίκα-δέκτη του σπόρου τους. Την Γυναίκα-άβροχη γη
με επιλεκτικές βροχοπτώσεις για την διατήρηση της Δύναμής τους...
Την Γυναίκα-Σύντροφο, Αγαπημένη, Εχθρό, Ζώον
προς όλες τις χρήσεις.

Αυτόφωτη; Τί είναι αυτό; Πώς τρώγεται; Πώς χωνεύεται;

Ποια Δύναμη; Ποια Ελευθερία; Ποιος Σεβασμός; Ποια Συγκατάβαση;
Ποια Αλληλο-Εκτίμηση;

Η Γη δεν δίδαξε τον πόλεμο.

Οι γυναίκες τον εγκυμονούσαν, για τον Αιώνιο Σπόρο.

Φίδια, με διαπεραστικά μάτια, με σκέλια κυρίως για την Διαιώνιση.
Με Αόρατη Δύναμη για να χτίζουν κάστρα, να γκρεμίζουν τείχη, να σαλπάρουν καπετάνιοι της Ξηράς και της Θάλασσας, του Ουρανού,
και του Χάους.
Ως που άρχισαν να αγαπούν την σάρκα τους και να την μετατρέπουν μέσον πολύγνωμης μα και πολυταραγμένης ύπαρξης.
Αργά μα λυσσαλέα, πολλάκις ενάντια στην δική τους συμπόρευση,
να εκδικούνται.

Αυτόφωτη;

Σημαδεμένη από την πρώτη κραυγή στο φως. Αδύναμη.
Ναι. Θα ήθελα να ήμουν Άνδρας. Ίσως κατάφερνα τα ακατόρθωτα.
Ίσως το τόξο μου να ήταν πρωτόγονο, ίσως η καρδιά μου πιο ευάλωτη
κάτω από το στέρνο.
Οι Άνδρες, μέσα μου, δεν είχαν συγκεκριμένο πρόσωπο, σχήμα, χρώμα.
Ήταν σύντομες αστραπές, αναλαμπές Δύναμης.
Ανοργάνωτοι, όπως οι περισσότεροι άνδρες.
Καβαλάρηδες ασχημάτιστοι. Φορείς φόβου και σιωπής.

Αναρωτιέμαι, αν η δύση του Ήλιου έχει περισσότερη θέρμη
από την ζεστασιά της ανατολής.
Αν, η Αρχαία Πόλη* - που ζει και αναπνέει κάτω από την γαστέρα
της προσφιλούς υγρής γης, ξεσπάσει τον αιώνιο ρόγχο της,
επιδείξει τις φοβερές πύρινες γλώσσες της,
αναφωνήσει το αιώνιο Τίποτα,
αν καθαρογράψει: ΕΝΑΣ ο ΚΥΡΙΟΣ του Σύμπαντος.
Μια η Υπέρτατη Δύναμη.
Όλα τα υπόλοιπα: Προσωρινές καταστάσεις. Προσωρινές επιτεύξεις.
Προσωρινός ο φαίνων Κόσμος! Προσωρινή η Εκτίμηση. Η Ειρήνη.
Η Αγάπη.

Αγωνίζομαι να δεχτώ τις σκέψεις μου.
Προσπαθώ να δικαιολογήσω την Ύπαρξή μου.
Πλημμύρισε το στήθος από ατίθασα δάκρυα.
Λάβα, διαμάντια, κογχύλια, άμμος, λάσπη, σκόνη.
Γνωρίζω ακόμη τον κόσμο!
Είθε, ως την ύστατη αναπνοή μου, ο Τοξότης, μέσα μου,
να είναι ενεργός.
Γυναίκα, σκεπτόμενη, με τον τρόπο μου δικαιούμαι να προσφέρω την ΑΓΑΠΗ.

* Αρχαία Πόλη*  Η Αρχαία Ελίκη, με τον ποταμό Σελινούντα. ΑΙΓΙΟ, Αχαίας.
01-01-2020

(μια πρόσφατη φωτο-σύνθεση: Ο Καπετάνιος με τις Ορχιδέες)


Φίλοι μου

Χρόνια Πολλά και Καλή Χρονιά.



Αυτό είναι το κείμενο του οποίου το δεύτερο μισό

 υπάρχει στην προηγούμενη ανάρτησή μου.

Μου ζητήθηκε ολόκληρο

και σκέφτηκα να σας το παρουσιάσω.


Ευχές σε όλους.

Πάντα με την Αγάπη μου,

Υιώτα

4 Ιαν 2020




ΠΟΣΕΣ ΦΟΡΕΣ
(απόσπασμα)

Στον Ποιητή Σ. Π.,
που άπειρες φορές, με τίμησε:
...πόσες φορές
θυμήθηκα τον Γουόλτ Γουίτμαν
στα έντεχνα παραμιλητά σου...

===
Πόσες φορές
είπα να βάλω σύντομες φοβέρες στο νου
προστατεύοντας την εύγλωττη καρδιά,
κι ανακάλυψα ότι οι ξαφνικές αστραπές του
γίνονταν όλο και πιο συντηρητικές...

Πόσες φορές καταράστηκα τα δάκρυα του ουρανού
που επέμενε
ότι τα δικά μου δεν ήταν αρκετά
για να δροσίσει τον ωκεανό που με χωρίζει
από τον αγαπημένο,
διψασμένο πλέον Σελινούντα.

Ζω λες και μια Αρχαία Πόλη που αναπνέει
κάτω από την αγύμναστη θάλασσα του Κορινθιακού,
αμφισβητώντας την
για την δύναμη των σιγαλών τραγουδιών της,
για τον υπόκωφο αναστεναγμό των ονείρων της,
από τα διάσπαρτα κομμάτια των θρύλων της.

Πόσες φορές έχτισα τοίχος σιωπής
με τα αμίλητα κογχύλια που μάζευα στις ακτές της,
με την ράχη κυρτή, έρμαιο στον αδίστακτο ήλιο,
με τα γόνατα γδαρμένα στους άτακτους κάμπους της.

Μόνο ο βοριάς έδινε οξυγόνο
και κατεύθυνση στα στερημένα οράματά μου,
σπρώχνοντάς με σε απάτητους λειμώνες όπου
τα πέλματα μου αρνούνταν να αφήσουν ίχνη,
κάτω από μια ανόητη σεμνοτυφία.

Πόσες φορές πίστεψα ότι ένας Άνδρας έπρεπε να κατοικεί μέσα μου,
για να του επιτρέπεται να υψώνει την φωνή, να εξοργίζεται,
να βρίζει ανεξέλεγκτα.
Κι όταν στη φημισμένη κοιλάδα μας,
συσκεύαζε ομοιόμορφα κι επιδεικτικά τα χρυσόχροα τσαμπιά
του φημισμένου "Κέρινου Σταφυλιού"
με τις προκλητικές εύγευστες ρόγες, στα ρηχά ξύλινα κιβώτια,
για το φτηνό ξεπούλημα στις αγορές της Πρωτεύουσας, ΝΑΙ,
ακράδαντα πίστευα ότι το ισχνό σώμα μου δεν ήταν αρκετός ναός
για το ατίθασο πνεύμα που με κυβερνούσε σε παρθένους ορίζοντες.

Ίσως η ζεστή καλοκαιριάτικη σκόνη από τα χειμερινά
εκχυλίσματα του αρχαίου ποταμού
είχε γίνει μόνιμη νουθεσία στα πέλματά μου κι είχε
εισχωρήσει μέχρι τις φλέβες μου, θυμίζοντάς μου ότι
τα πάντα είναι σκόνη ευάλωτη, που εισχωρεί ανεξέλεγκτη στη Γη,
στα έγκατα της, στους αγέριδες της, στον ουρανό της και πέραν...

Προσπαθούσα να είμαι αυτόφωτη σε έναν κόσμο γεμάτο Αρχαίο φως.
Εκδικητικό ΦΩΣ.
Εκείνο που ξεκίνησε από τα πρωτόγονα σκαλίσματα των Βράχων,
από τα υγρά, λαμπερά δάκρυα των σπηλαίων
-ποιος είπε ότι η Γη δεν κλαίει κρυφά, σαν απελπισμένη Μάνα-
και πού η καταχωρημένη αναφορά της αιτίας των δακρύων της.

Προσπαθούσα να είμαι αυτόφωτη.
Η αστραπή, αστραπιαία. Ο περίγυρος, ημιφωτισμένος.

Η εκτυφλωτική εκμετάλλευση σε συνδυασμό
με την τύφλωση της συνείδησης
σαστίζει. Αναπάντητη η ερώτηση:
-Μα πώς! Τι είχαν αυτοί που κράτησαν τον δαυλό άσβηστο;
Ποιο άστρο χαμήλωσε επικίνδυνα την τροχιά του
και οι ευνοούμενοι της Τύχης έσπευσαν και ίππευσαν
την αστρόλαμπρη τροχιά του;

Άνδρες!
Άνδρες, με το ένα χέρι στα γκέμια, και το άλλο στα διακριτικά του φύλου τους!
Άνδρες, που ίππευαν τα ιδιόκτητα άλογα της Τύχης
με το ίδιο σκληρό, αντρίκιο πάθος την Γυναίκα.

Την Γυναίκα-Μάνα, την Γυναίκα-Γη.
Την Γυναίκα-άγνωμη, αμίλητη, υπάκουη, ημι-μηδενισμένη.
Την Γυναίκα-σάρκα, την Γυναίκα-υπόδουλη, την Γυναίκα-λαμπερόγνωμη
προς ίδιον κέρδος.
Την Γυναίκα-δέκτη του σπόρου τους. Την Γυναίκα-άβροχη γη
με επιλεκτικές βροχοπτώσεις για την διατήρηση της Δύναμής τους...
Την Γυναίκα-Σύντροφο, Αγαπημένη, Εχθρό. Ζώον προς όλες τις χρήσεις.

Αυτόφωτη; Τί είναι αυτό; Πώς τρώγεται; Πώς χωνεύεται;

Ποια Δύναμη; Ποια Ελευθερία; Ποιος Σεβασμός; Ποια Συγκατάβαση;
Ποια Αλληλο-Εκτίμηση;

Η Γη δεν δίδαξε τον πόλεμο.

Οι γυναίκες τον εγκυμονούσαν για τον Αιώνιο Σπόρο.

Φίδια, με διαπεραστικά μάτια, με σκέλια κυρίως για την Διαιώνιση.
Με Αόρατη Δύναμη για να χτίζουν κάστρα, να γκρεμίζουν τείχη, να σαλπάρουν
καπετάνιοι της Ξηράς και της Θάλασσας, του Ουρανού, και του Χάους. Ωσπου
άρχισαν να αγαπούν την σάρκα τους
και να την μετατρέπουν μέσον πολύγνωμης και πολυταραγμένης ύπαρξης.
Αργά μα λυσσαλαία, πολλάκις ενάντια στην δική τους συμπόρευση,
να εκδικούνται.

Αυτόφωτη;
Σημαδεμένη από την πρώτη κραυγή στο φως. Αδύναμη.
Ναι. Θα ήθελα να ήμουν Άνδρας. Ίσως κατάφερνα τα ακατόρθωτα.
Ίσως το τόξο μου να ήταν πρωτόγονο, ίσως η καρδιά μου πιο ευάλωτη
κάτω από το στέρνο.
Οι Άνδρες, μέσα μου, δεν είχαν συγκεκριμένο πρόσωπο, σχήμα, χρώμα.
Ήταν σύντομες αναλαμπές Δύναμης.
Ανοργάνωτοι, όπως οι περισσότεροι άνδρες.
Καβαλάρηδες ασχημάτιστοι. Φορείς φόβου και σιωπής.

Αναρωτιέμαι
αν η δύση του Ήλιου έχει περισσότερη θέρμη
από την ζεστασιά της ανατολής.
Αν η Αρχαία Πόλη που ζει και αναπνέει κάτω από την γαστέρα
της προσφιλούς υγρής γης, ξεσπάσει τον αιώνιο ρόγχο της,
επιδείξει τις φοβερές πύρινες γλώσσες της,
αναφωνήσει το αιώνιο Τίποτα, καθαρογράψει:

ΕΝΑΣ ο ΚΥΡΙΟΣ του Σύμπαντος. Μια η Υπέρτατη Δύναμη.

Όλα τα υπόλοιπα:
Προσωρινές καταστάσεις. Προσωρινές επιτεύξεις. Προσωρινός ο φαίνων Κόσμος!
Προσωρινή η Εκτίμηση. Η Ειρήνη. Η Αγάπη.

Αγωνίζομαι να δεχτώ τις σκέψεις μου.
Προσπαθώ να δικαιολογήσω την Ύπαρξή μου.

Πλημμύρισε το στήθος από ατίθασα δάκρυα.
Λάβα, διαμάντια, κογχύλια, άμμος, λάσπη, σκόνη.
Γνωρίζω ακόμη τον κόσμο!
Είθε, ως την ύστατη αναπνοή μου, ο Τοξότης, μέσα μου, να είναι ενεργός.

Γυναίκα, σκεπτόμενη, με τον τρόπο μου δικαιούμαι να προσφέρω την ΑΓΑΠΗ.

01-01-20

(Φωτο-σύνθεση Υιώτας. 2019)