13 Ιουλ 2011

ΚΥΠΡΟΣ, αγαπημένη! ...Β΄ Συνέχεια:" ΤΟ ΜΥΣΤΙΚ΄Ο ΤΗς Σ΄ΙΛΙΑ! "


( Φίλες και Φίλοι μου, αγαπημένοι,
στην προηγούμενη ανάρτηση θα δείτε το ξεκίνημα αυτής της ιστορίας...)
================== =================== ==================

Μας είπε για την τεράστια συκιά που συνόρευε με την πίσω αυλή τού Σέην, -του ορφανού από πατέρα συνομήλικου φίλου του αδελφού της... για την τετράγωνη «κρεβάτα» -ένα είδος μπαλκονάκι με σανίδες πάνω στα ανοιχτά κλαδιά της συκιάς για τις καυτές μέρες του καλοκαιριού, για τη φορητή ξύλινη σκάλα που ανεβοκατέβαιναν στο διπλανό ξεροπήγαδο όταν έπαιζαν ή για να φτάσουν τη μπάλα που έπεφτε μέσα όταν η ...κλωτσιά των αγοριών ήταν δυνατότερη κι άστοχη,...
είπε για τον ξύλινο φράχτη που του είχαν κάνει μια τρύπα αρκετά μεγάλη να περνο-διαβαίνουν οι δυο φίλοι μετά από το σχολείο και να τα λένε...

Όταν η Σίλια άρχισε να θυμάται, οι μνήμες της ανακατεύονταν τόσο που μερικές φορές αγωνιζόμαστε να παρακολουθήσουμε το τί μας έλεγε, βιαστική όπως ήταν να μοιραστεί τα παιδικά της χρόνια μαζί μας... Ήξερα ότι αυτή η πλημμύρα θα έπρεπε να τελειώσει κάπου, να φτάσει στην έξοδο που εκείνη ήθελε, αφού δεν μας άφηνε περιθώριο να ρωτήσουμε για κάποιες σημαντικές λεπτομέρειες.

Το ηλιοβασίλεμα, στην απέναντι όχθη του Ήστ Ρίβερ, κραύγαζε από ομορφιά. Γλαροπούλια κι αγριόπαπιες έριχναν κάθετες βουτιές στο νερό, θρυμματίζοντας τις πολύχρωμες φιγούρες που αντανακλούσαν την πασίγνωστα πολύβουη πόλη της Νέας Υόρκης.
Τα κουνούπια όμως, άρχιζαν να μας τριγυρίζουν, και η παρουσία μας σ’ εκείνη την άκρη, ήταν ότι το ...καλύτερο γι αυτά...

–Σίλια, ξέρεις, είμαι αλλεργική στα τσιμπήματα των κουνουπιών, θάθελες να τα πούμε κάποια άλλη μέρα, ή έστω κι αύριο το απόγευμα, κάπως νωρίτερα...

Ξεδίπλωσε τα λευκά, μακριά πόδια, φόρεσε τα πέδιλα, πρόσφερε το χέρι και με μια παιδική θαρρείς ευτυχία που φώτιζε το αρυτίδιαστο πρόσωπό της, συμφώνησε χαμογελώντας.
–Ναι, θ’ αγοράσω και μπισκότα, να σας κεράσω!

Σφίχτηκα στο μπράτσο του άνδρα μου, άφωνη. Διαισθανόμαστε ότι η μεγαλο-κοπέλα αυτή ήθελε κάτι περισσότερο από μια επικοινωνία. Αφήσαμε τη βραδιά να κυλήσει δίχως πολλά σχόλια, αναμεταξύ μας. Η αυριανή μέρα δεν ήταν πολύ μακριά.

Αυτή τη φορά, η Σίλια είχε φέρει μαζί της κάτι κιτρινισμένα χαρτιά. Τ’ άπλωσε στο τσιμεντένιο παγκάκι, κι η έκπληξή μας ήταν ότι ήταν μια εξαιρετική αυτοδίδακτη σκιτσογράφος. –...δεν τα έχω δείξει σε κανένα, ούτε και στον κυρ- Μάθιου, μας είπε.

–Μα, για στάσου, καλή μου, ΠΩΣ τα κατάφερες να ζεις όλα αυτά τα χρόνια; ... δίχως εργασία... δίχως επικοινωνία... κι ο Μάθιου; Πως έκρυβε έναν ολόκληρο άνθρωπο, και μάλιστα μια τόσο όμορφη κοπέλα; ρώτησε ο Δημήτρης.

Το πρόσωπό της συννέφιασε.
-...θα φτάσω κι εκεί... μη βιάζεσαι! Πρέπει να σου εξηγήσω πώς έφτασα εδώ και πώς γνώρισα τον Μάθιου! ... Πρώτα, κοιτάξτε εδώ: αυτά τα σκίτσα είναι οι φωτογραφίες που ποτέ μου δεν πήρα μαζί μου, όταν ξετρελαμένη έφυγα από το νησί! Αυτοί, είναι οι δικοί μου άνθρωποι.
Η γιαγιά, όπως τη θυμόμουν, ο πατέρας, η μάνα μου -που πέθανε κι αυτή όταν ήμουν δέκα χρονών-, ο αδελφούλης μου...
Εκεί, η φωνή της κόπηκε. Μετά από δυο λυγμούς, άρχισε να κλαίει, να μισο-καταπίνει τις λέξεις... να σκουπίζει τα δάκρυα...να ξαναρχίζει.
Ο άνδρας μου, δεν άντεχε κι έφυγε. -...θα γυρίσω σε λίγο, μου είπε, όταν ηρεμήσω...

Η Σίλια, κρατώντας το χέρι που της πρόσφερα για συμπαράσταση, συνέχισε το πικρό ξετύλιγμα των αναμνήσεων...

-Μετά από το θάνατο της μαμάς μου, η μόνη μου παρέα ήταν ο Μιχαλάκης κι ο Σέην, το «τουρκάκι μας». Ανέβαινα στη κρεβάτα της συκιάς, δραπετεύοντας από τον κόσμο. Ο βαρύς της ίσκιος δεν με πείραζε. Άπλωνα τα βιβλία μου, κι έψαχνα με το νου πού θα μπορούσα να πάω, να φύγω μακριά... αυτός ο τόπος ήταν στη καρδιά μου, μα στο βάθος του μυαλού μου, είχαν ριζώσει οι αναστεναγμοί και οι ιστορίες της γιαγιάς...
Πήρε βαθιά ανάσα και ανακάθισε. Ένιωθα την υπερένταση από το σφίξιμο του κορμιού της… Η Σίλια ξαναζούσε το παρελθόν…

" ... Ήταν Παρασκευή απόγευμα,19 του Ιούλη του .74 ... μόλις λίγες ώρες μετά τα γενέθλιά μας με τον αδελφούλη μου... έτσι άδοξα, πέρασαν και τούτα τα γενέθλια... Ο πατέρας, τρομερά ανήσυχος, δεν κοιμήθηκε όλο το βράδυ... πριν ξημερώσει, έφυγε για την Κερύνεια... α! Η Κερύνεια! Πόσα είχα μάθει γι αυτήν την αδελφή-πόλη! Πήρα βραβείο για μια εργασία που έκανα στο σχολείο πριν τελειώσει η χρονιά... κι εγώ, εκείνη τη μέρα, μαζεύοντας σύκα σ’ ένα μεγάλο καλάθι... θα έδινα κάμποσα στη μάνα του Σέην, πάντα ευγενική μα λιγομίλητη, και τ’ άλλα θα τα πήγαινε ο πατέρας στο μαγαζί, για τους φίλους και τους πελάτες του, -που τελευταία δεν αγόραζαν τίποτα...
Θυμάμαι, ήμουν στην αγαπημένη μου «πολιτεία»... πάνω στη κρεβάτα της συκιάς το καλάθι ξέχειλο πλάι μου, τα σανδάλια μου προσκέφαλο, η βαμβακένια τσιγγάνικη φούστα, που μου την είχε φτιάσει η χρυσοχέρα η μανούλα μου... κάλυπτε τ’ άσπρα πόδια μου από τις μύγες και τα κουνούπια... κι εκεί πάνω, κουλουριασμένη, δεν ξέρω πόση ώρα ήταν, αποκοιμήθηκα...
Αλλόκοτα βουητά περαστικών αεροπλάνων με ξύπνησαν. Ανασηκώθηκα μουδιασμένη, πήρα το καλάθι κι άρχισα να κατεβαίνω τα ξύλινα σκαλιά. Νομίζοντας ότι ήμουν μόνη μου, ταράχτηκα όταν άκουσα την υστερική φωνή του Μιχαλάκη μου, να βρίζει τον Σέην με τα χειρότερα λόγια...
-..τί της έκανες της αδελφούλας μου, βρωμότουρκε, φίδι στο σπίτι μας... την αδερφή σου! Βρέ!
Γι’ αυτό μας είχε φίλους... να συνεχίσεις το έγκλημα με την άτιμη ράτσα σου! πού, βρε! στην αδερφή μου!!! Θα σε ξεκοιλιάσω, βρωμότουρκε, κι εσένα! Εδώ και τώρα!...

Ο Σέην -θυμάμαι- κοιτούσε σαν χαζός, μια εμένα, μια τον Μιχαλάκη που άφριζε...

–κοίτα, βρε άτιμε! Σκύλε! Η φούστα της είναι γεμάτη αίματα! Τι νόμισες… ότι θα έκρυβες το έγκλημά σου;!!!
...και δίχως να σκεφτεί, άρπαξε ένα ξερόκλαδο που βρέθηκε μπροστά του, πέρασε μέσα από την τρύπα τού φράχτη κι όρμησε στον απολιθωμένο Σέην... Μια με το ξύλο, μια με τις γροθιές του, ο Μιχαλάκης χτυπούσε τον ζαλισμένο Σέην με τόση μανία, ως που παραπατώντας, έπεσαν κι οι δυο στο πηγάδι...
Άφωνη στα μισά της σκάλας, άφησα το καλάθι να πέσει στο χώμα κι έγειρα να δω! Και τα δυο παιδιά, λες κι αγκαλιασμένα, ακίνητα στο ξεροπήγαδο! Παρ’ όλη τη σαστιμάρα μου, έσυρα τη σκάλα ως που ν’ ακουμπήσει στον πάτο του πηγαδιού, ταρακού-νησα τα παιδιά, πρώτα τον Μιχαλάκη μου, μετά τον Σέην... τίποτα! Κανένας τους δεν κινήθηκε!
Και τώρα; Πώς πάνε στο σπίτι; Και τί να πω του πατέρα; Αφού δεν ήξερα καλά-καλά τί έγινε... πώς έγινε!

Τίποτε δεν σταματούσε την Σίλια! Μα κι εμείς, παρακολουθούσαμε αμίλητοι.
-Ε! Ο ήλιος κατέβηκε! Η νύχτα πλησίαζε, απειλητική, άγρια... Λες κι ο ουρανός μαύρισε κι άνοιξε τ’ άντερά του... κάτι αεροπλάνα έριχναν οβίδες, τη μία κοντά στην άλλη... να σκάνε δίπλα μου, πλάι μου, πίσω μου... έτρεχα για το σπίτι μας σαν παλαβή...
Θυμήθηκα, το προηγούμενο βράδυ, ο πατέρας κάτι ψιθύριζε με τον αδελφό μου μα κι οι δυο δεν ήθελαν να μου πουν περισσότερα...
Βλέπετε, μάθαινε τα νέα κι από τους πελάτες που δήθεν πήγαιναν να ψωνίσουν στο μαγαζί ... καταλάβαινα όμως ότι κάτι πολύ σοβαρό θα γινόταν, και μάλιστα σύντομα...
… και τώρα; ΠΟΥ ήταν ο πατέρας; ΠΟΥ να πάω; ΠΟΥ να κρυφτώ; Έτρεξα πίσω στο σπίτι... Κρύφτηκα πίσω από το ψυγείο της κουζίνας περιμένοντας τον πατέρα... οι ώρες περνούσαν και τ’ αεροπλάνα γινόντουσαν όλο και πιο πολλά... δεν σταματούσαν να σπέρνουν οβίδες και καταστροφή... Ξημέρωνε ένα Σάββατο σημαδιακό! Κι εγώ; από ένστικτο, υποθέτω, αντέδρασα σαν θυμήθηκα τα ταραγμένα λόγια της μανούλας μου:

«-άκουσε, παιδάκι μου... αν συμβεί κάτι πολύ κακό... η τουρκιά θέλει να μας φάει ζωντανούς... άνοιξε βαθιά το μυαλό σου και να μου ορκιστείς ότι δεν θα πεις αυτά που θα σου πω σε
ΚΑΝΕΝΑ! Ούτε και στον πατέρα σου, μα ούτε και στον αδελφό σου, όσο και να τους αγαπάς... Οι άντρες, έχουν αλλιώτικη δύναμη, οι γυναίκες -και μάλιστα οι μικρές, σαν κι εσένα, δεν έχουν μοίρα... άκου! πίσω από την κασετίνα με τα στεφάνια μας... υπάρχει ένα βραχιόλι κι ένα δαχτυλίδι με σκαραβαίο... μοιάζουν σκουριασμένα, μα είναι πολύτιμα... τα έφερε η γιαγιά σου από την Αίγυπτο κρυμμένα στο μεσοφόρι της... κοίτα, πίσω από το ψυγείο, είναι μια μαγκούρα από καλαμιά... μοιάζει ένα άχρηστο καλάμι... μέσα του, έχει την προίκα σου... είναι βουλωμένο κι απ’ τις δυο του άκρες με ειδική κόλλα... μέσα στη κοιλιά του είναι κρυμμένα σε μια μεταξωτή κοτσίδα είκοσι κωνσταντινάτα... όταν γίνεις είκοσι χρονώ να τα ανοίξεις... και να ευλογάς τη γιαγιά σου τη Βασιλία... όταν κι εγώ θα φύγω, θάμαι πάντα δίπλα σου... να με ρωτάς, κι εγώ θα σου απαντάω... μα μόνο εσύ θα μ’ ακούς... όπου νάναι, θα γίνεις κι εσύ γυναίκα... εγώ, στα έντεκα μου «αδιαθέτησα» …κι έχωνα χούφτες από το μπαμπάκι της σακούλας, στο εσώρουχό μου... φοβόμουν μη πει η μάνα μου ότι μου έκαναν κάτι κακό...»

Θυμάμαι πόσο έκλαιγα κι εγώ, σφιγμένη πάνω της...
μόνο που τα δικά της μάτια, ήταν θλιμμένα μα στεγνά...

Ο πατέρας, φαίνεται δεν θα είχε καταφέρει να ‘ρθει πίσω στο σπίτι ... σίγουρα θα έψαχνε να μας βρει... Εγώ, μόνο όταν είδα το κοκαλιασμένο αίμα πίσω στη φούστα μου, σαν ανοιχτή παλάμη... τότε κατάλαβα το τί θα νόμισε ο Μιχαλάκης μου...

Έπρεπε να κάνω κάτι!
Μάζεψα τα μακριά μαλλιά μου σε μια κοτσίδα, της τράβηξα μια ψαλιδιά... έβαλα την κοτσίδα μου σε μια καφέ πάνινη τσάντα που πηγαίναμε για ψώνια, έριξα μέσα χεριές μπαμπάκια και κάτι ασπρόπανα... ένα μπουκάλι με νερό, λίγο ψωμί... άλλαξα, φόρεσα τα ρούχα και τα πάνινα παπούτσια του αδελφούλη μου, μια τραγιάσκα του πατέρα... έχωσα και μια γερή χούφτα μπαμπάκια στο εσώρουχό μου... και με μαγκούρα την καλαμιά πήρα τον ανήφορο ανάμεσα στους κυπαρισσώνες δίχως να ξέρω καλά-καλά κατά πού πήγαινα...


(Συνεχίζεται...

Παρακαλώ, να έχετε λίγη "υπομονή!" Ως που να πάρω την αυτοπεποίθηση αυτής της... ανάρτησης... κρύος ιδρώτας με περιλούζει... μα, μαθαίνω!!!! τ' ακούς Στράτο, κι εσύ, Κατερίνα μου!...)
Σας φιλώ με νυχτερινά, "πανσεληνιασμένα" .... φιλάκια,
Υιώτα)

10 σχόλια:

kariatida62 είπε...

Συγκλονιστική ιστορία...σαν παραμύθι! Νομίζω πως είμαι και γω δίπλα σας και ακούω να διηγείται την ζωή της η Σίλια!
Ανυπομονώ για την εξέλιξη....
Φιλάκια πολλά Γιωτούλα μου

Ρεγγίνα είπε...

Τι ΤΕΛΕΙΟ Γιώτα μου!!!!!!!!!
Με άφησες άφωνη!
Με συγκλόνισε, με συνεπήρε η τόσο ζωντανή ιστορία..
Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτές τις εικόνες που μου χάραξες μέσα μου!
Φοβερή ιστορία!
Περιμένω με αγωνία..

Γιαγιά Αντιγόνη είπε...

Με ανυπομονησία περιμένω..
Εικόνες δυνατές και συναισθήματα μας χαρίζεις...
Την αγάπη μου αγαπημένη!
Στον Δημήτρη τις θαλασσινές ευχές μη λησμονήσεις!
Γιώτα μου λατρεμένη!!!!!!

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ είπε...

Μα φίλη μου Υιώτα είναι πραγματικά μια πολύ δυνατή ιστορία που σε συνεπαίρνει. Τόσο καλοστημένες σκηνές και τόσο συνταρακτικές περιγραφές που ειλικρινά όταν έφτασα στο τέλος του αποσπάσματος...ένιωσα να μου λείπει. Όλες οι κινήσεις και οι ενέργειες της Σίλια δοσμένες τόσο φυσικά...και σε τι περιβάλλον..
Μια θαυμάσια ιστορία!!!

Αστοριανή είπε...

Κάρυ μου,
λίγη "υπομονή",
παρακαλώ...
Σαββατοκύριακο έρχεται και 'ολοι αναζητούν την... γιαγιά!!!

Αν, δε, πάω στον κούκλο μας, στης Όλγας μας, ΔΕΝ θα έχω χρήση της ελληνικής...

Σε φιλώ, με πολλή αγάπη,
Υιώτα

Αστοριανή είπε...

Αύρα θαλασσένια μου,

οι ευχές και τα χαιρετίσματα, δίνονται εκ του...ασφαλούς!

Μόνο που μου τα "μπερδεύει" κάπως τώρα τελευταία, με κάτι ...αγνώστου προελεύσεως ζαλάδες...
Έκανε τις σωστές εξετάσεις, δεν βρίσκουν την αιτία...
σταματούν και άντε από την αρχή...
παίρνει κι αυτά τα χάπια της "συνεχούς κίνησις ή των ...αεροπλάνων...", τον... κοιμίζουν -τον κοιμήση μου!!!_
κι από βδομάδα, θα δούμε πάλι!
Να ΕΙΣΑΙ καλά, γλυκειά μου!
Καλή εβδομάδα,
Υιώτα

Αστοριανή είπε...

Ρεγγίνα μου,
αρχόντισσα της πανέμορφης Κέρκυρας,
τελειότερες είναι οι δικές σου φωτογραφίες και αφηγήσεις στην Ερρείκουσα,
στην δική σου ιστοσελίδα:
"Δίχτυα από παλιά δαντέλα"

Προσπάθειες κάνω, να δένω την πατρίδα με την εδώ γη...

Σε φιλώ,
με όλη την αγάπη μου,
Υιώτα

Αστοριανή είπε...

Χριστόφορε,
ωραίε Έλληνα,

πόσο περίεργη είναι η ζωή!
και πόσο αυτή η ιστοσελίδα δένει τους ανθρώπους με την ευγενική ψυχή και τον ελεύθερο νου!

Κι εγώ, από τη δική μου πλευρά, περιμένω
να ανακαλύψω το..."άρωμα των θεών"
στην δική σου σελίδα:
"Η άλλη διάστηση",
που φιλοξενώ, με αγάπη ιδιαίτερη.

Σ' αυτή την... δήλωση, μη με μαλλώσει η Κάρυ μας,
με την δική της στεντόρια φωνή:
"Ο κόσμος μου",

ή η Αντιγόνη μας, με την...
"Γιαγιά Αντιγόνη"...

ακόμη κι ο κοινός αγαπημένος μας ο
Στρατής (εκείνος στο... όμομα, κι εγώ στο... επώνυμο!!!)
στην καταρράκτη ποιητική σελίδα του: Στρατής Παρέλης...

Εύχομαι, να είστε όλοι καλά,
πάντα με αγάπη,
Υιώτα

ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΡΕΛΗΣ είπε...

Σε λίγο βλέπω να προκύπτει σοβαρός ανταγωνισμός ανάμεσα σε σένα και τον Χριστόφορο
για τις πεζογραφικές σας δεινότητες..
Ωστόσο είστε οι αγπημένοι μου..
δεν σας ξεχωρίζω..
Τα φιλιά μου!

Αστοριανή είπε...

...ξεκουράσου εσύ, Φίλε μας, στα σπασμένα μάρμαρα... κι ο Χριστόφορος κι εγώ, θα σε "βασανίζουμε" ως που ν' αρχίσεις να μας παρουσιάζεις και τις δικές σου διηγηματο-δημιουργίες...!!!

Αργοπορημένα φιλιά,
Υιώτα
αστοριανή...
ΝΥ