"ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ, ΘΕΕ ΜΟΥ "
(Φωτο-σύνθεση Υιώτας. Αύγουστος, 2020)
( ...μου γράφεις, Φίλη μου: ".κι ότι υπάρχει λόγος να κρατηθείς ΟΡΘΙΑ, για να δικαιώσεις από μόνη σου την Γιώτα, κι όχι να απογοητεύεσαι ή να μη σε προσέχεις, όσο θα έπρεπε!"
κι εδώ σου απαντώ, πάντα με τον δικό μου τρόπο:) ....
ΙΣΩΣ...
...Εσύ, Φίλη ακριβή,
που έχεις βαθύτερη πίστη από μένα -ίσως η...διαφορά ηλικίας...- έχεις σε πολλα δίκιο.
Ίσως οι γέρικες Αμυγδαλιές "σου", ίσως ο λευκός ανθός της μάνας σου, στο σταυροδρόμι,
ίσως...
Περπατησα έντεκα μηνών, διότι "σηκώθηκα" να κόψω τον ίδιο ανθό, σε μπλε..., μου είπαν...
Ίσως από τότε να κυνηγώ το βαθύ γαλάζιο των οραμάτων.
Άπειρες οι ευκαιρίες στην ζωή μας...ίσως δεν τις αναγνωρίσαμε, ίσως η ανασφάλεια, ίσως η
μη προσιτή ώρα...
ΙΣΩΣ διότι δώσαμε περισσότερη αξία σε παραδοσιακές συμβουλές...
ΙΣΩΣ διότι η Μοίρα κάνει πάντα το δικό της,
ίσως
διότι υπέγραψε βιαστικά για μας, ο Μεγαλοδύναμος...
Πολλά τα "ΙΣΩΣ" μα ένα θα σου πω:Με έμαθες, κάπως αργά, να σκέπτομαι
το "Σημάδι" !!!: Ότι ΚΑΤΙ ΘΕΪΚΟ μήνυμα, δύναμη, πεπρωμένο, ό,πως θες ονόμασέ το, μας ακολουθεί και μας δείχνει τον Δρόμο.
_***_
Πανέμορφη η Παρακευή, δωδεκάτη του Μάρτη. Ηλιόλουστη. Ζεστή.
Βρήκα την παλιά κόκκινη ψαλίδα, αποφασισμένη να μην την αφήσω στη γωνιά της και φύγει η μέρα ανεκμετάλλευτη.
Πίσω στην αυλή, θάμνοι και δενδρύλια, μαζί και οι θαρραλέοι κρόκοι που αγωνίζονταν να ξεκουκουλωθούν από τα πεσμένα φύλλα της λεύκας, με προσκαλούσαν ψυθιρίζοντας μου με το γλυκό αεράκι.
'Εχοντας την μητέρα-φύση μέσα στο αίμα μου, άρχισα κατά τις δύο, και -λες ναρκωμένη, έγινε έξι κι εγώ ακόμη κλάδευα...
Άκουγα την φωνή του Δημήτρη κατακάθαρη στα αυτιά μου που βούϊζαν ήδη από τον κρύο άνεμο που δεν ρωτάει πότε θα αρχίζει να επιστρέφει..
-Έλα μέσα! Πάγωσε κιόλας, θα βάλω τις φωνές για να γελάνε οι γείτονες μαζί σου... παλιόβλαχα!!!
Στην άκρη του μπαλκονιού, στο σκοινί, κάποια κομμάτια ρούχα πλυμένα στο χέρι, πάφλαζαν σαν τα πανιά νηστικής ψαρόβαρκας που θαλασσόδερνε στον κόλπο της αρχαίας Ελίκης...
"ναι, εγώ, η "παλιόβλαχα!!!"
Κάποια στιγμή, το χέρι μου πάγωσε, αγριοκοίταξα να δω τον Δημήτρη, πουθενά, ούτε ο ίσκιος του. Τα άφησα και μπήκα στο σπίτι.
-Ίσως την Κυριακή το μεσημέρι, αν έχει γλύκα ο καιρός... σκέφτηκα.
Ούτε "ασπιρίνη" δεν πήρα για τα τεντωμένα κόκαλά μου... Το Σάββατο, όμως, κοιμόμουν όλη την μέρα!
Η Κυριακή, καλούτσικη.
Πάλι εγώ με την κόκκινη ψαλίδα, φουριόζα για τον μπροστινό κήπο.. Οι δεκαεξάχρονες φορσύθιες, έβγαλαν ήδη τα ¨"δοντάκια τους", οι μαργαρίτες του "Λονγκ Άϊλαντ" παράβγαιναν μαζί τους, και οι συκιές, ναι, και οι τρεμουλιάρες συκιές είχαν κι αυτές τα μάτια φουσκωμένα..
.- Φέτος, θα φάμε συκαλάκια, Δημήτρη μου, με ακούς;
Η απάντηση ήρθε με ένα απότομο κύμα αέρα που θύμισε άγριο Γενάρη:
-Άντε, λίγο μου μένει να τελειώσω. Υπομονή, παλιόβλαχα... !
Στο σπίτι, στην Αστόρια, είχαμε αγοράσει δυο τσιμεντένιες χαμηλές γλάστρες και άλλες δύο, πελώριες, σκαλισμένες με σταφύλια. -Θα σε φυτέψω σε μια από τις δυο... μου έλεγε γελώντας, γιατί θυμόταν τα αμπέλια με τα κίτρινα σταφύλια, δίπλα στον ψυχοβγάλτη Σελινούντα, τα γνωστά "κέρινα" που αγαπούσαν οι πελάτες στην "Λαχαναγορά της Αττικής" .
-Πρέπει να πάω μέσα, μονολόγησα, αυτός ο αέρας που με σπρώχνει, θα με γκρεμίσει στα σίγουρα.
Άραγε να είχε τα αυτιά του κοντά μου και με άκουσε;
Πώς βρέθηκα ξαπλωμένη στο ξερό γρασίδι, ούτε που το κατάλαβα! Τώρα, ΤΙ κάνουμε;
Η μια παντόφλα κρεμασμένη ανάποδα, σε ένα ξεροκλαδάκι, εγώ ξαπλωμένη κατά γης... άνθρωπος πουθενά τριγύρω, ούτε περαστικό πουλί στον φουσκωμένο ουρανό.
Θεέ και Κύριε! Αφού είχα κι ένα άσπρο σωλήνα για να στηρίζομαι όταν έσκηβα..
Δυο μέτρα μακρύτερα, ξαπλωμένοος κι αυτός!
Δίπλα μου, ένας αδύνατος, σιδερένιος, που υποστήριζε την άσπρη τριανταφυλλιά, με κοιτούσε "αμίλητος". Σύρθηκα, πήρα τον σωλήνα που ποιος ξέρει τί θα έλεγε αν είχε φωνή, έστριψα το ευαίσθητο αριστερό μου πόδι προς την τριανταφυλλιά, της στέρησα τον δικό της, γονάτισα στο έδαφος και με βαθιά ανάσα: -Βόηθησε, Θεούλη μου, ψιθύρισα...
ΠΩΣ βρέθηκα όρθια, ούτε που το κατάλαβα!!! Τρέμοντας, ανέβηκα τα τρία σκαλοπάτια, μπήκα στο σπίτι, έπλυνα τα χέρια μου, έβαλα κάτι στο στόμα μου, και πήγα να μετρήσω "πίεση και ζάχαρο" . Όλα εντάξει!!! Δυο καταψιές νερό, και ξάπλα στην πολυθρόνα. Πήρα κάμποσες ανάσες, και τότε κυριολέκτησα ότι ήμουν ΜΕΣΑ στο σπίτι και ήμουν ξαπλωμένη εκεί, στην πολυθρόνα!
Μια απότομη κρυάδα, ένα τρέμουλο, μια απόκοσμη κραυγή: -ΠΩΣ σηκώθηκα, Θεέ μου, πώς είμαι κι όλας εδώ::!
Ένα άγριο κλάμα κι ένας φόβος με παρέλυσε. ΠΩΣ σηκώθηκα; Ποιος με βοήθησε, εμένα, που σε άλλη περίπτωση, συγκεκριμμένα στο κοιμητήριο του Αγίου Μιχαήλ, γλύστρησα κι έπεσα στο κεφαλόσκαλο ... κι έπρεπε να συρθώ, να πιάσω τα σιδερένια κάγκελα για να τραβήξω το ταραγμένο μου σώμα και να σταθώ, με τα γόνατα γδαρμένα και τρεμάμενα...
Πήρα την κόρη μου.
-Μαμά, την Πέμπτη μου έδειξες ένα γράμμα από εκείνα που στέλνουν κάποιες ενώσεις , με την εικόνα του Χριστού... που ενώ έχει κλειστά τα μάτια, όταν τα κοιτάς επίπονα, σιγά-σιγά ΑΝΟΙΓΟΥΝ... και σε προτρέπουν: να μην σκίσεις το χαρτί, αλλά σε τρεις μέρες να το ταχυδρομήσεις σε κάποιον άλλον...
ΑΥΤΟ θα ήταν! Άναψε το καντηλάκι, βάλε λιβάνι, και ηρέμησε...
διότι με το μυαλό που κυβερνάς, θα μας τρελάνεις!
Δεν θέλω να επεκταθώ, δεν θα το αναλύσω.
Μέσα μου, όμως, μια περίεργη φωνή μου θύμιζε:
-Μην παραβλέπεις τα μικρά θαύματα. Υπάρχουν!
Δώσε λίγη πίστη στον εαυτό σου.
Άσε τους άπιστους στην μοίρα τους.
Ο Θεός είναι μέσα σου.
Αναγνώρισέ Τον και πες ένα αληθινό
"ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ, Θεέ μου"
_ *** _
Είμαι καλά!
Πάντα με την αγάπη μου
Υιώτα



