25 Ιουλ 2011

"Πυρφόρα η περασμένη Εβδομάδα"!!! Η καινούρια; Αιρκοντίσιον, αναμνήσεις και συγκρίσεις....

Χρώματα, πρόσωπα, τοπεία, εποχές, θύμησες...

βιολέτες της ακτής, θαρρείς ακούω τον φλοίσβο του Κορινθιακού στην ποδιά του Αιγιάλειου κόλπου... φρέζιες κίτρινες αγαπημένες, έτοιμες να ...μαρτυρήσουν τον κόρφο που τις φιλοξένησε...

και

τρέχει ο νους... και δεν συμμαζεύεται!

Το ...μωρό μας,
στο δροσερό του δωμάτιο, κραυγές χαριτωμένες, φωνήεντα ακατάστατα, ξεκαρδιστικά γελάκια!!! και ...μπουρμπουλήθρες ! πολλές απ' αυτές!...
κι εγώ, ψάχνω στα δέματα με τις φωτογραφίες κι άκρη δεν έχω...
Πέτυχα μία της μαμάς του, θάταν δεκατριών μηνών, νομίζω...
σαν την κρατούσε ο πατέρας της... Άραγε εκείνη την στιγμή ..... να σκεπτόταν... ότι μια "χαζή" μαμά θα την έβαζε -χρόνια μετά- μαζί με τον γιόκα της...
Μοιάζουν, όμως, έτσι; Ή είναι η ...ιδέα μου;
Αυτά τα ...λίγα, Φίλες και Φίλοι μου, στην τεχνιτή δροσιά...
Καλή εβδομάδα, με πολλές ...τελειούλες... και την αγάπη μου!
Υιώτα






17 Ιουλ 2011

ΚΥΠΡΟΣ, αγαπημένη! Γ' συνέχεια: "ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗς Σίλια"



(Τρίτη και τελευταία συνέχεια...)


Όταν ακούς το βουητό και βλέπεις ένα τσουνάμι να έρχεται κατά πάνω σου, -και να ξέρεις ότι θα πνιγείς μαζί του-, χάνεις και τη λαλιά σου...

Η Σίλια, σαν δαιμονισμένη ψυχή, ξαναζούσε τις τραγικές της ώρες, και δεν μ’ άφηνε στιγμή να τη διακόψω... άλλωστε, τί να έλεγα! Απαντούσε στις αμίλητες ερωτήσεις μου μόνο κοιτάζοντας τα μάτια μου... κι ο Δημήτρης, αργούσε... όπως κι ο ήλιος στον ορίζοντα...


- ... το μοιρολόι και οι βλαστήμιες του μπάρμπα-Κάκου που έδερνε το ζώο του, ένα σαράβαλο γάδαρο, με σταμάτησαν... συνέχισε την ιστορία της, ακούραστη και ονειροπαρμένη η Σίλια...


–Κατά πού πα’αίνεις, γιόκα μ’, μονά’ο σου στο μονοπάτι! Στόμαν έ’εις και λαλιάν δεν έ’εις... έλαν, πάμεν κατά με... Κάκο, με λέν’…
Το πώς και πότε φτάσαμεν κοντά στα στρατόπεδα, ούτε που θυμάμαι... Φωνή και δάκρυα, είχαν πετρώσει μέσα μου. Ότι και να έλεγεν ή και να με ρώταγεν ο μπάρμπα-Κάκος... κουνούσα το κεφάλι μου... κι αυτός, κοιτούσε τα μάτια μου και καταλάβαινε.

Εγώ, συνέχεια σκεπτόμουν το Μιχαλάκη μου και την αιτία που η Φύση έκαμεν για να σκοτωθούν τα δυο παιδιά... δεν ήξερα πώς να το πω και τί θα μπορούσα να κάνω για να διορθώσω το αυτό κακό... δεν μ’ ένοιαζε καλά-καλά ούτε για το πού να ήταν ο πατέρας... αυτός ήταν άνδρας...
«...οι γυναίκες έχουν άλλην μοίραν... ορκίσου μου...» άκουγα τη φωνή της μάνας μου καθαρά στ’ αυτιά μου...

Ακολουθούσα τον μπάρμπα-Κάκο σαν δαρμένο σκυλί, όπου κι αν πήγαινε...
Κάποιοι στρατιώτες μας πλησίασαν, κάτι είπαν μαζί του, με πήραν χωριστά, μ’ έκρυψαν σε κάτι σπηλιές που είχαν φτιάσει με κλαδιά...

«...έχουμε μια γυναίκα, μιαν αμερικάνα να σε «διοθετήσει...» μου είπαν,


«... έχει μιαν άρρωστην κόρην, να την βοηθάς εκεί ... -κρυφά έχουν οργανωθεί, να σας φυγαδεύσουν... ειδικά για σας, τα παιδιά... »


-Κι εσύ, τί λες, είπε η Σίλια, κοιτάζοντάς με, να …ρωτούσα λεπτομέρειες; Αφού δεν είχα άλλη λύση! ήταν η ευκαιρία να φύγω... να φύγω όσο μακριά μπορούσα... η μοίρα μου ήταν διαφορετική, αφού κι η μάνα μού το είπε... και της τ’ ορκίστηκα! Εμείς, οι γυναίκες έχουμε άλλη μοίρα!...

Βροντούσαν στ’ αυτιά μου τα λόγια της: «… Εμείς, οι γυναίκες, έχουμε άλλη μοίρα…!!!»

-Όμως, τη πρώτη φορά που είδα τον κυρ-Μάθιου, συνέχισε η Σίλια, νόμισα ότι συναντούσα κάποιο δικό μου άνθρωπο. Ήταν μικρόσωμος, με κοντοκομμένα μαλλιά και μια χωρίστρα που όλο και την έστρωνε να ισιώνει...

«-...θα μένεις πλέον, εδώ, στης ξεναδελφής μου το διαμέρισμα, μου εξήγησε... είναι χήρα κι έχει το κορίτσι που δεν μπορεί ούτε να μιλήσει, ούτε να περπατήσει... Ως που να ταχτοποιηθούν τα χαρτιά σου, θα σε φροντίζουμε εμείς. Σιγά-σιγά θα συνέλθεις, θα βρεις δουλειά και τα βράδια θα πηγαίνεις σχολείο. Εδώ, τα παιδιά πρέπει να μορφώνονται... άλλωστε, δεν είναι μακριά, θα πηγαίνεις με τα πόδια...»

Κάπως μέσα μου ησύχαζα. Εδώ, θα είμαστε όλες γυναίκες... ήμουν βέβαιη ότι αφού η μοίρα των γυναικών είναι διαφορετική (!), ότι θα τα πήγαινα καλά μαζί τους... Αρκεί να κρατούσα τον όρκο της μάνας μου.

Μέχρι στιγμής, όλα πήγαιναν καλά... Σιγά-σιγά άρχισα να μιλάω μονολεκτικά... προς μεγάλη τους έκπληξη, άρχισα να ξαναγυρίζω στη γυναικεία μου υπόσταση, τα μαλλιά μου μεγάλωναν, δεν έμοιαζα το ψηλόλιγνο αγόρι που με συνάντησαν στην αρχή... μάλιστα γρήγορα έμαθα να φροντίζω και το δεκαπεντάχρονο κορίτσι που ήταν καθηλωμένο από γεννησιμιού του στην μεγάλη πολυθρόνα. Ερχόμαστε κι οι τρεις τα πρωινά στο πάρκο, μέχρι που έμαθα να πηγαίνω μόνη μου, δηλαδή εγώ κι η Αννούλα της κυρα-Πολυξένης...
Είχα το δωματιάκι μου, πάντα ήμουν λιγόφαγη, τους γέμιζα δεκάδες «ευχαριστώ» κάθε μέρα... κι ο καιρός περνούσε ήρεμος, σιωπηλός...


Το βλέμμα της άχρωμο, πετούσε…


-Έχεις ακόμη το δαχτυλίδι; Ρώτησα στα γρήγορα...
–Όχι, το έδωσα στον κυρ-Μάθιου, πού το πούλησε, δεν ξέρω... μα μου είπε ότι έχει βάλει ένα καλό λογαριασμό στο όνομά μου... από κει, κάθε μήνα έρχονταν μια επιταγή, την πηγαίναμε στην τράπεζα, από κει και πέρα το ίδιο, μέχρι σήμερα...

Άρχιζα και πήγαινα στο σχολείο... με την κυρα-Πολυξένη, διαβάζαμε μαζί, ζούσαμε μαζί, που και που μας πήγαινε καμιά βόλτα ο κυρ-Μάθιου, μα δεν είχε και χρόνο... έμενε «άπστέιτ», είχε οικογένεια μα δεν μας πήγαινε εκεί. Δεν τα είχαν καλά με την κυρα-Πολυξένη...
«- και τώρα που έχει «φύγει» ο Μάθιου; ρώτησα ...
«-...το κορίτσι, την Αννούλα... το έχουν πάει σ’ ένα ίδρυμα, δεν ξέρω αν ζει... η κυρα-Πολυξένη «έφυγε» σχεδόν μαζί με τον Μάθιου... μένω μοναχιά μου... συμπλήρωσε η Σίλια.


Άντε, τώρα, να βάλεις σε σειρά τη ζωή και τα παρακλάδια της τύχης.


« –Μα ... δεν ερεύνησες ποτέ σου, τί μπορεί να έγινε ο πατέρας σου;... αν ζει... τί ξέρεις για το σπίτι που έχετε στην Κύπρο; ... πώς! Δεν σε νοιάζει για τίποτα;
«- τί να με νοιάζει!... ο αδελφούλης μου χάθηκε από αιτία δική μου... ο πατέρας μου, θα έχει πεθάνει... ποιον έχω να νοιαστώ! ...

Το σπίτι; το χώμα; Ποιος νοιάζεται; Ετούτο το κομμάτι του πάρκου, εδώ, από κάτω έχει σκουπίδια, από πάνω έχει λουλούδια… έχει κι εκθέματα που τ’ αλλάζουν κάθε Μάη...

διαβάζω καμιά εφημερίδα... χάλια γράφουν, δεν διαβάζονται... αφού τα πάντα έχουν αλλάξει! Εγώ; Πες μου, Τί διαφορετικό να κάνω;... μόνο αν ζούσε ο Μιχαλάκης μου, θα έτρεχα να τον αγκαλιάσω... να του πω ότι τότε δεν έφταιξα σε τίποτα... ότι δεν έκανα τίποτα κακό... ούτε τότε, ούτε και εδώ, τώρα... Κράτησα τον όρκο που έδωσα στη μάνα μου πέρα για πέρα... γι’ αυτό δεν μιλάω σε κανέναν... έτσι με συμβούλευε κι ο κυρ-Μάθιου, έτσι κάνω!...


-Μα είσαι νέα γυναίκα, κι όμορφη, Σίλια. Κάποιος θα είναι και για σένα.


Κούνησε το κεφάλι αρνητικά. Είχε συνηθίσει στην ιδέα ότι οι γυναίκες έχουν ξεχωριστή μοίρα, κι ότι κι αυτή δεν μπορούσε ν’ αποφύγει τα γραμμένα.

–Ένα θα σας ζητήσω, και να μου ορκιστείτε, όπως έκανα κι εγώ, με την μάνα μου, ότι δεν θα πείτε τίποτα απ’ όλα αυτά σε ψυχή! Εγώ, θέλω να κάνω κάτι για τα παιδιά του πολέμου. Αν πάθω τίποτα, θα πετάξουν και το καλαμο-μπαστούνι μου... θα πετάξουν και το βραχιόλι... άνθρωπος δεν πατάει στο διαμέρισμα, φίλους δεν έχω να μιλάω παρά μια μεγαλόσωμη κούκλα που έμεινε στο κρεβάτι, πλάι, στο χαμηλό παράθυρο, από τότε που «έφυγε» το κορίτσι... εδώ είναι τα χαρτιά μου, τα μολύβια μου, το πάρκο, το ποτάμι... και το νεροπήγαδο στη γωνία, εκεί πέρα...

Ποιος χρειάζεται περισσότερα να ζήσει;
... άσε που στα πλαϊνά διαμερίσματα, μυρίζει αιματίλα κάθε Παρασκευή... κοκόρια σκούζουν άγρια, -είδα μια μέρα από τη μισάνοιχτη πόρτα έναν σκουρόχρωμο με κάτι μεγάλα φτερά στο κεφάλι του, να πίνει ένα κόκκινο ποτό... να λερώνονται τα γένια του... και να λέει κάτι ακαταλαβίστικα λόγια σε μια που ντύνεται σαν γύφτισσα... τρόμαξα τόσο που είχα δυο μέρες να βγω έξω...

Φοβάμαι, ξέρετε, έχουν αγριέψει πολύ τώρα τελευταία...

Βγαίνουν τις νύχτες δυο-δυο, μιλούν σιγανά γέρνοντας ο ένας στο αυτί του άλλου λες κι ερωτευμένοι που πηγαίνουν βόλτα… παρακολουθούν τη γιόμιση του φεγγαριού προσεκτικά και πάνε στο μονοπάτι πίσω από τους θάμνους... δεν ξέρω... μάγια κάνουν; Δεν ξέρω... !!!

γι’ αυτό βγαίνω νωρίς…

...μια μέρα σκόνταψα πάνω σε μικρά καύκαλα, ισχνά κόκκαλα και μια ξεσχισμένη σακούλα με λερωμένα πούπουλα... τα έσπρωξα, να κυλήσουν κάτω, στο νερό μη βρω κι εγώ κάνα μπελά …ένα ξέρω ότι φοβάμαι κάθε μέρα και περισσότερο...


Η φωνή της κόμπιαζε. Έσκυψε το κεφάλι σαν γριά καμπουριασμένη, η Σίλια, κι είναι ακόμη τόσο νέα! Απομακρυνθήκαμε μουδιασμένοι. Είχαμε ακούσει ότι η αστυνομία έκανε αιφνιδιασμούς σε δύο τουλάχιστον πολυκατοικίες, μια για την μυρωδιά, μια για στοιχήματα… δήθεν για παράνομους, από τα «νησιά»… μα οι άνθρωποι δεν μιλούν, δεν δίνουν λεπτομέρειες… σίγουρα θα φοβούνται τ’ αντίποινα από τους δράστες της νύχτας…


-Πρέπει να πάμε σε δικηγόρο, συμφωνήσαμε με το Δημήτρη.

Μονάχα, δεν του πούμε για ...καλαμο-μπάστουνο κ.λ.π. ... μπορεί να είναι και τη φαντασίας της... μη βρεθούμε μπερδεμένοι...

Έχει δίκιο για τα μαγιλίκια... Έχω ακούσει ότι η «Βούντου» είναι η ...θρησκεία τους, την έχουν δήθεν απορρίψει, μα τους πιέζουν, τους φοβίζουν με τα μάγια από τα νησιά... την συνεχίζουν κι εδώ, αλλά στα κρυφά...

Θα μάθουμε ποιος χειρίζεται την πολυκατοικία, ήξεραν την κυρα-Πολυξένη, κάποιος θα ξέρει και την Τράπεζα της... Μπορεί κι ο Ταχυδρόμος να μας βοηθήσει. . .




Πέρασαν καμιά δεκαριά μέρες. Περνώντας με το αυτοκίνητο, βλέπαμε τη Σίλια στην ίδια πάντα θέση, αλλά δεν σταματούσαμε. Τί να πεις άλλωστε σε μια κοπέλα που μεγάλωσε κάτω από τέτοιες συνθήκες! Τί οικογένεια γνώρισε, τί πατρίδα!


Εδώ, εμείς φύγαμε για ένα καλύτερο «αύριο» κι έχουμε τόσες αμφιλεγόμενες απόψεις...

κι αυτή, ένα δωδεκάχρονο κορίτσι που η μητέρα-φύση από τη μια μεριά κι η ποταπή εισβολή από την άλλη, την ξερίζωσε σαν άχρηστο δεντρί...


Εμείς, δεν μοιάζουμε σαν να μας έχουν διώξει από το πατρικό μας; Δεν μας θεωρούν σαν ξένους τα ίδια τ’ αδέρφια μας;... Αν δεν επικοινωνούσαμε εμείς, δεν θα μοιάζαμε σαν άλλοι «αγνοούμενοι»! Αχ! Κάπου έχει δίκιο η Σίλια! Το ξερίζωμα είναι σκληρό. Κι αν το «φυτώριο» είναι «ασθενικό» δεν είναι εύκολο να βρει το δρόμο του, στην κοινωνία...

Η μεγαλύτερή μας ικανοποίηση ήταν να συμφωνήσουμε να πάμε μια μέρα με τον κύριο Ιωάννου, έναν ευυπόληπτο δικηγόρο της περιοχής, να συναντήσουμε τη Σίλια...

Οι ειδήσεις που είχε, ήταν πολύ ευνοϊκές. Υπήρχε ένας περίπου πενηντάρης Συχαριώτης, με το όνομα του αδελφού της, με γυναίκα και δυο παιδιά, τον Αργύρη και τη Σίλια, που είχαν κάνει προκοπή σ’ ένα προάστιο κοντά στο Λονδίνο, σε μια κυπριακή κοινότητα...

Ανακάλυψε ότι η Κυπριακή Κυβέρνηση τους είχε δώσει ένα διαμέρισμα ως αντάλλαγμα για την περιουσία που έχασαν... κι ότι εδώ και καμιά δεκαριά χρόνια, πήγαιναν εκεί για ένα μήνα, κάθε Αύγουστο, «για τα παιδιά» -όπως έλεγαν... Αν τον εμπιστευθεί η ίδια η Σίλια, θα της προτείνει να βγάλουν εισιτήρια για τούτο τον Αύγουστο και να πάνε μαζί για τη μεγάλη αλλαγή στη ζωή της!


-Πώς αισθάνεσαι τώρα; Ρώτησα τη Σίλια που έμοιαζε περισσότερη χαζή από ποτέ!

Στην αγκαλιά της είχε τη μεγαλόσωμη κούκλα της Αννούλας και της χτένιζε προσεχτικά τα μαλλιά…
-Κοίτα την! Μου λέει… Της έλεγα ένα τραγούδι που τόχω φτιάξει μόνη μου, κι αυτή έκλεισε τα γυάλινα τα μάτια… να σας το τραγουδήσω;

Είχε τόση λαχτάρα η φωνή της που δεν μπορούσαμε ν’ αρνηθούμε…


«… ύπνε που παίρνεις τα μωρά… έλα πάρε μου κι ετούτο… μικρούλι σου το έδωσα… μεγάλο φέρε μούτο… Νάνι-νάνι το μωρό μου, πόσο τ’ αγαπώ… νάνι-νάνι το παιδί μου, πόσο τ’ αγαπώ…
-Σίλια! Είναι υπέροχο! Το λέγατε στην Κύπρο;
-σσσουτ! Μου έκανε με νόημα, δείχνοντας την κούκλα…

«-κλείσε τα ματάκια σου, μωρό μου και κοιμήσου, είν’ ο Χριστούλης πλάι σου κι η Παναγιά μαζί σου… Νάνι-νάνι το μωρό μου, πόσο τ’ αγαπώ! Νάνι-νάνι το παιδί μου, πόσο τ’ αγαπώωωωω……. »


Μόνη μου το έβγαλα κι μελωδία είναι καταδική μου!!! Σας άρεσε;

Τα γυάλινα μάτια της ξαπλωμένης κούκλας ήταν κλειστά, τα μάτια της Σίλια, στεγνά. Η φωνή της ήταν τρεμάμενη, μα τόσο γλυκιά, τόσο τρυφερή…


Δεν μπόρεσα, έγειρα να την αγκαλιάσω, μ’ αυτή, λες και το περίμενε, έβαλε την κούκλα στην παλιά απλωμένη κουβέρτα, πήδηξε όρθια και μ’ αγκάλιασε με μια δύναμη που νόμιζα ότι θα λιποθυμήσω!

-… δεν τόχω πει σε κανένα άλλο τούτο το νανούρισμα… της το τραγουδάω σιγά τις νύχτες πριν με πάρει ο ύπνος…

Η συνάντηση με τον Δικηγόρο έγινε στην ίδια τοποθεσία, κατά το απόγευμα της πρώτης Αυγουστιάτικης Δευτέρας.

Έτσι ήθελε η Σίλια, έτσι κάναμε, κυρίως για να μην αλλάξει γνώμη…


-Ρώτησες για τον Σέην; ρώτησε πρώτη εκείνη κοιτάζοντάς τον κύριο Ιωάννου στα χείλη... Αν αυτός ο Μιχάλης ξέρει τον Σέην, το «τουρκάκι μας», αυτός θα πρέπει να είναι ο Μιχαλάκης μου! Αυτός θα πρέπει να είναι ο αδερφούλης μου!!!!!!!!!!
Δεν περίμενε απάντηση! Η καρδιά της, έλεγε «ναι!»


Αν έχετε δει τρελό άνθρωπο να στριφογυρίζει, να χορεύει, να σκαρφαλώνει στο βραχάκι του πάρκου σαν αγριοκάτσικο και να πηδάει σκουντουφλώντας στο γρασίδι... αν έχετε δει πεταλούδα ζαλισμένη από το νέκταρ των λουλουδιών, να την βαραίνει η ίδια της η χαρά... ...έτσι είδαμε τη Σίλια, … να καθίσει κατάχαμα, να βάλει το κεφάλι ανάμεσα στα γόνατά της και να μη σταματάει τους λυγμούς που είχαν χτίσει άλλο ένα μαύρο πηγάδι στην αμόλυντη καρδιά της...

Αφήσαμε τον κύριο Ιωάννου μαζί της. Ξέραμε ότι ήταν σε τίμια χέρια. Με την υπόσχεση ότι θα μας ενημερώνουν τακτικά, πήραμε το δρόμο του γυρισμού για το σπίτι.

Αυτή η γη που ριζώσαμε, ήταν πλέον και δική μας γη, κι αυτό το αμφίδρομο, πλατύ ποτάμι, ήταν το ίδιο γαλανό, σαν το νερό της δική μας θάλασσας...

Μπορεί ο τόπος αυτός να ήταν η θετή μάνα, η μητριά... με ποικίλα τα συναισθήματα, με σταθερούς τους στόχους... Μα είναι μια καλή μάνα…
Το δε, «πάρκο του Σωκράτη», ήταν κι αυτό μέρος από τη δική μας πατρίδα!

κι όσο το... ενοίκιο θα ήταν το ΕΝΑ δολλάριο τον χρόνο, κι όσο οι επίδοξοι νέοι της Τέχνης θα το καθάριζαν και θα το ανανέωναν με καινούρια γλυπτά κι άλλα εκθέματα... οι φορσίθιες, τα πλατάνια, οι μουριές, οι αζαλέες, οι ορτανσίες, ...οι βολβοί και τόσα άλλα που έχουν φυτέψει οι εθελοντές-καλλιτέχνες... θα καταγράφουν τους ψιθύρους του Ήστ Ρίβερ που μας πείθει ότι ο ουρανός είναι παντού γαλάζιος, ότι τα άσχημα της ζωής σιγά σιγά καταπίνονται στον βυθό,


ότι η συνέχεια είναι μια ακατάπαυστη ελπίδα κι ας είναι αμφίδρομη...


Ο καλός καπετάνιος, δοκιμάζεται, μα προχωρεί...


Γύρω μας, τα σπουργίτια συνέχιζαν να χαριεντίζονται...

Οι γλάροι έκοβαν σπαθιές την εικόνα τής απέναντι πόλης της Νέας Υόρκης, μα δεν την μάτωναν...
Δεν λέγαμε πολλά…

Μέσα μας, κάτι μας βεβαίωνε ότι η Σίλια δεν θα μας ξεχνούσε...




========.........................================.......................=============


Κι εδώ,

φτάσαμε στο ΤΕΛΟΣ της ιστορίας.

Εύχομαι να έχω την κατανόησή σας, τώρα καλοκαιριάτικα,

... μα την θυμήθηκα με τα ζοφερά γεγονότα της Κύπρου μας.


Σας φιλώ,

πάντα με αγάπη,


Υιώτα

13 Ιουλ 2011

ΚΥΠΡΟΣ, αγαπημένη! ...Β΄ Συνέχεια:" ΤΟ ΜΥΣΤΙΚ΄Ο ΤΗς Σ΄ΙΛΙΑ! "


( Φίλες και Φίλοι μου, αγαπημένοι,
στην προηγούμενη ανάρτηση θα δείτε το ξεκίνημα αυτής της ιστορίας...)
================== =================== ==================

Μας είπε για την τεράστια συκιά που συνόρευε με την πίσω αυλή τού Σέην, -του ορφανού από πατέρα συνομήλικου φίλου του αδελφού της... για την τετράγωνη «κρεβάτα» -ένα είδος μπαλκονάκι με σανίδες πάνω στα ανοιχτά κλαδιά της συκιάς για τις καυτές μέρες του καλοκαιριού, για τη φορητή ξύλινη σκάλα που ανεβοκατέβαιναν στο διπλανό ξεροπήγαδο όταν έπαιζαν ή για να φτάσουν τη μπάλα που έπεφτε μέσα όταν η ...κλωτσιά των αγοριών ήταν δυνατότερη κι άστοχη,...
είπε για τον ξύλινο φράχτη που του είχαν κάνει μια τρύπα αρκετά μεγάλη να περνο-διαβαίνουν οι δυο φίλοι μετά από το σχολείο και να τα λένε...

Όταν η Σίλια άρχισε να θυμάται, οι μνήμες της ανακατεύονταν τόσο που μερικές φορές αγωνιζόμαστε να παρακολουθήσουμε το τί μας έλεγε, βιαστική όπως ήταν να μοιραστεί τα παιδικά της χρόνια μαζί μας... Ήξερα ότι αυτή η πλημμύρα θα έπρεπε να τελειώσει κάπου, να φτάσει στην έξοδο που εκείνη ήθελε, αφού δεν μας άφηνε περιθώριο να ρωτήσουμε για κάποιες σημαντικές λεπτομέρειες.

Το ηλιοβασίλεμα, στην απέναντι όχθη του Ήστ Ρίβερ, κραύγαζε από ομορφιά. Γλαροπούλια κι αγριόπαπιες έριχναν κάθετες βουτιές στο νερό, θρυμματίζοντας τις πολύχρωμες φιγούρες που αντανακλούσαν την πασίγνωστα πολύβουη πόλη της Νέας Υόρκης.
Τα κουνούπια όμως, άρχιζαν να μας τριγυρίζουν, και η παρουσία μας σ’ εκείνη την άκρη, ήταν ότι το ...καλύτερο γι αυτά...

–Σίλια, ξέρεις, είμαι αλλεργική στα τσιμπήματα των κουνουπιών, θάθελες να τα πούμε κάποια άλλη μέρα, ή έστω κι αύριο το απόγευμα, κάπως νωρίτερα...

Ξεδίπλωσε τα λευκά, μακριά πόδια, φόρεσε τα πέδιλα, πρόσφερε το χέρι και με μια παιδική θαρρείς ευτυχία που φώτιζε το αρυτίδιαστο πρόσωπό της, συμφώνησε χαμογελώντας.
–Ναι, θ’ αγοράσω και μπισκότα, να σας κεράσω!

Σφίχτηκα στο μπράτσο του άνδρα μου, άφωνη. Διαισθανόμαστε ότι η μεγαλο-κοπέλα αυτή ήθελε κάτι περισσότερο από μια επικοινωνία. Αφήσαμε τη βραδιά να κυλήσει δίχως πολλά σχόλια, αναμεταξύ μας. Η αυριανή μέρα δεν ήταν πολύ μακριά.

Αυτή τη φορά, η Σίλια είχε φέρει μαζί της κάτι κιτρινισμένα χαρτιά. Τ’ άπλωσε στο τσιμεντένιο παγκάκι, κι η έκπληξή μας ήταν ότι ήταν μια εξαιρετική αυτοδίδακτη σκιτσογράφος. –...δεν τα έχω δείξει σε κανένα, ούτε και στον κυρ- Μάθιου, μας είπε.

–Μα, για στάσου, καλή μου, ΠΩΣ τα κατάφερες να ζεις όλα αυτά τα χρόνια; ... δίχως εργασία... δίχως επικοινωνία... κι ο Μάθιου; Πως έκρυβε έναν ολόκληρο άνθρωπο, και μάλιστα μια τόσο όμορφη κοπέλα; ρώτησε ο Δημήτρης.

Το πρόσωπό της συννέφιασε.
-...θα φτάσω κι εκεί... μη βιάζεσαι! Πρέπει να σου εξηγήσω πώς έφτασα εδώ και πώς γνώρισα τον Μάθιου! ... Πρώτα, κοιτάξτε εδώ: αυτά τα σκίτσα είναι οι φωτογραφίες που ποτέ μου δεν πήρα μαζί μου, όταν ξετρελαμένη έφυγα από το νησί! Αυτοί, είναι οι δικοί μου άνθρωποι.
Η γιαγιά, όπως τη θυμόμουν, ο πατέρας, η μάνα μου -που πέθανε κι αυτή όταν ήμουν δέκα χρονών-, ο αδελφούλης μου...
Εκεί, η φωνή της κόπηκε. Μετά από δυο λυγμούς, άρχισε να κλαίει, να μισο-καταπίνει τις λέξεις... να σκουπίζει τα δάκρυα...να ξαναρχίζει.
Ο άνδρας μου, δεν άντεχε κι έφυγε. -...θα γυρίσω σε λίγο, μου είπε, όταν ηρεμήσω...

Η Σίλια, κρατώντας το χέρι που της πρόσφερα για συμπαράσταση, συνέχισε το πικρό ξετύλιγμα των αναμνήσεων...

-Μετά από το θάνατο της μαμάς μου, η μόνη μου παρέα ήταν ο Μιχαλάκης κι ο Σέην, το «τουρκάκι μας». Ανέβαινα στη κρεβάτα της συκιάς, δραπετεύοντας από τον κόσμο. Ο βαρύς της ίσκιος δεν με πείραζε. Άπλωνα τα βιβλία μου, κι έψαχνα με το νου πού θα μπορούσα να πάω, να φύγω μακριά... αυτός ο τόπος ήταν στη καρδιά μου, μα στο βάθος του μυαλού μου, είχαν ριζώσει οι αναστεναγμοί και οι ιστορίες της γιαγιάς...
Πήρε βαθιά ανάσα και ανακάθισε. Ένιωθα την υπερένταση από το σφίξιμο του κορμιού της… Η Σίλια ξαναζούσε το παρελθόν…

" ... Ήταν Παρασκευή απόγευμα,19 του Ιούλη του .74 ... μόλις λίγες ώρες μετά τα γενέθλιά μας με τον αδελφούλη μου... έτσι άδοξα, πέρασαν και τούτα τα γενέθλια... Ο πατέρας, τρομερά ανήσυχος, δεν κοιμήθηκε όλο το βράδυ... πριν ξημερώσει, έφυγε για την Κερύνεια... α! Η Κερύνεια! Πόσα είχα μάθει γι αυτήν την αδελφή-πόλη! Πήρα βραβείο για μια εργασία που έκανα στο σχολείο πριν τελειώσει η χρονιά... κι εγώ, εκείνη τη μέρα, μαζεύοντας σύκα σ’ ένα μεγάλο καλάθι... θα έδινα κάμποσα στη μάνα του Σέην, πάντα ευγενική μα λιγομίλητη, και τ’ άλλα θα τα πήγαινε ο πατέρας στο μαγαζί, για τους φίλους και τους πελάτες του, -που τελευταία δεν αγόραζαν τίποτα...
Θυμάμαι, ήμουν στην αγαπημένη μου «πολιτεία»... πάνω στη κρεβάτα της συκιάς το καλάθι ξέχειλο πλάι μου, τα σανδάλια μου προσκέφαλο, η βαμβακένια τσιγγάνικη φούστα, που μου την είχε φτιάσει η χρυσοχέρα η μανούλα μου... κάλυπτε τ’ άσπρα πόδια μου από τις μύγες και τα κουνούπια... κι εκεί πάνω, κουλουριασμένη, δεν ξέρω πόση ώρα ήταν, αποκοιμήθηκα...
Αλλόκοτα βουητά περαστικών αεροπλάνων με ξύπνησαν. Ανασηκώθηκα μουδιασμένη, πήρα το καλάθι κι άρχισα να κατεβαίνω τα ξύλινα σκαλιά. Νομίζοντας ότι ήμουν μόνη μου, ταράχτηκα όταν άκουσα την υστερική φωνή του Μιχαλάκη μου, να βρίζει τον Σέην με τα χειρότερα λόγια...
-..τί της έκανες της αδελφούλας μου, βρωμότουρκε, φίδι στο σπίτι μας... την αδερφή σου! Βρέ!
Γι’ αυτό μας είχε φίλους... να συνεχίσεις το έγκλημα με την άτιμη ράτσα σου! πού, βρε! στην αδερφή μου!!! Θα σε ξεκοιλιάσω, βρωμότουρκε, κι εσένα! Εδώ και τώρα!...

Ο Σέην -θυμάμαι- κοιτούσε σαν χαζός, μια εμένα, μια τον Μιχαλάκη που άφριζε...

–κοίτα, βρε άτιμε! Σκύλε! Η φούστα της είναι γεμάτη αίματα! Τι νόμισες… ότι θα έκρυβες το έγκλημά σου;!!!
...και δίχως να σκεφτεί, άρπαξε ένα ξερόκλαδο που βρέθηκε μπροστά του, πέρασε μέσα από την τρύπα τού φράχτη κι όρμησε στον απολιθωμένο Σέην... Μια με το ξύλο, μια με τις γροθιές του, ο Μιχαλάκης χτυπούσε τον ζαλισμένο Σέην με τόση μανία, ως που παραπατώντας, έπεσαν κι οι δυο στο πηγάδι...
Άφωνη στα μισά της σκάλας, άφησα το καλάθι να πέσει στο χώμα κι έγειρα να δω! Και τα δυο παιδιά, λες κι αγκαλιασμένα, ακίνητα στο ξεροπήγαδο! Παρ’ όλη τη σαστιμάρα μου, έσυρα τη σκάλα ως που ν’ ακουμπήσει στον πάτο του πηγαδιού, ταρακού-νησα τα παιδιά, πρώτα τον Μιχαλάκη μου, μετά τον Σέην... τίποτα! Κανένας τους δεν κινήθηκε!
Και τώρα; Πώς πάνε στο σπίτι; Και τί να πω του πατέρα; Αφού δεν ήξερα καλά-καλά τί έγινε... πώς έγινε!

Τίποτε δεν σταματούσε την Σίλια! Μα κι εμείς, παρακολουθούσαμε αμίλητοι.
-Ε! Ο ήλιος κατέβηκε! Η νύχτα πλησίαζε, απειλητική, άγρια... Λες κι ο ουρανός μαύρισε κι άνοιξε τ’ άντερά του... κάτι αεροπλάνα έριχναν οβίδες, τη μία κοντά στην άλλη... να σκάνε δίπλα μου, πλάι μου, πίσω μου... έτρεχα για το σπίτι μας σαν παλαβή...
Θυμήθηκα, το προηγούμενο βράδυ, ο πατέρας κάτι ψιθύριζε με τον αδελφό μου μα κι οι δυο δεν ήθελαν να μου πουν περισσότερα...
Βλέπετε, μάθαινε τα νέα κι από τους πελάτες που δήθεν πήγαιναν να ψωνίσουν στο μαγαζί ... καταλάβαινα όμως ότι κάτι πολύ σοβαρό θα γινόταν, και μάλιστα σύντομα...
… και τώρα; ΠΟΥ ήταν ο πατέρας; ΠΟΥ να πάω; ΠΟΥ να κρυφτώ; Έτρεξα πίσω στο σπίτι... Κρύφτηκα πίσω από το ψυγείο της κουζίνας περιμένοντας τον πατέρα... οι ώρες περνούσαν και τ’ αεροπλάνα γινόντουσαν όλο και πιο πολλά... δεν σταματούσαν να σπέρνουν οβίδες και καταστροφή... Ξημέρωνε ένα Σάββατο σημαδιακό! Κι εγώ; από ένστικτο, υποθέτω, αντέδρασα σαν θυμήθηκα τα ταραγμένα λόγια της μανούλας μου:

«-άκουσε, παιδάκι μου... αν συμβεί κάτι πολύ κακό... η τουρκιά θέλει να μας φάει ζωντανούς... άνοιξε βαθιά το μυαλό σου και να μου ορκιστείς ότι δεν θα πεις αυτά που θα σου πω σε
ΚΑΝΕΝΑ! Ούτε και στον πατέρα σου, μα ούτε και στον αδελφό σου, όσο και να τους αγαπάς... Οι άντρες, έχουν αλλιώτικη δύναμη, οι γυναίκες -και μάλιστα οι μικρές, σαν κι εσένα, δεν έχουν μοίρα... άκου! πίσω από την κασετίνα με τα στεφάνια μας... υπάρχει ένα βραχιόλι κι ένα δαχτυλίδι με σκαραβαίο... μοιάζουν σκουριασμένα, μα είναι πολύτιμα... τα έφερε η γιαγιά σου από την Αίγυπτο κρυμμένα στο μεσοφόρι της... κοίτα, πίσω από το ψυγείο, είναι μια μαγκούρα από καλαμιά... μοιάζει ένα άχρηστο καλάμι... μέσα του, έχει την προίκα σου... είναι βουλωμένο κι απ’ τις δυο του άκρες με ειδική κόλλα... μέσα στη κοιλιά του είναι κρυμμένα σε μια μεταξωτή κοτσίδα είκοσι κωνσταντινάτα... όταν γίνεις είκοσι χρονώ να τα ανοίξεις... και να ευλογάς τη γιαγιά σου τη Βασιλία... όταν κι εγώ θα φύγω, θάμαι πάντα δίπλα σου... να με ρωτάς, κι εγώ θα σου απαντάω... μα μόνο εσύ θα μ’ ακούς... όπου νάναι, θα γίνεις κι εσύ γυναίκα... εγώ, στα έντεκα μου «αδιαθέτησα» …κι έχωνα χούφτες από το μπαμπάκι της σακούλας, στο εσώρουχό μου... φοβόμουν μη πει η μάνα μου ότι μου έκαναν κάτι κακό...»

Θυμάμαι πόσο έκλαιγα κι εγώ, σφιγμένη πάνω της...
μόνο που τα δικά της μάτια, ήταν θλιμμένα μα στεγνά...

Ο πατέρας, φαίνεται δεν θα είχε καταφέρει να ‘ρθει πίσω στο σπίτι ... σίγουρα θα έψαχνε να μας βρει... Εγώ, μόνο όταν είδα το κοκαλιασμένο αίμα πίσω στη φούστα μου, σαν ανοιχτή παλάμη... τότε κατάλαβα το τί θα νόμισε ο Μιχαλάκης μου...

Έπρεπε να κάνω κάτι!
Μάζεψα τα μακριά μαλλιά μου σε μια κοτσίδα, της τράβηξα μια ψαλιδιά... έβαλα την κοτσίδα μου σε μια καφέ πάνινη τσάντα που πηγαίναμε για ψώνια, έριξα μέσα χεριές μπαμπάκια και κάτι ασπρόπανα... ένα μπουκάλι με νερό, λίγο ψωμί... άλλαξα, φόρεσα τα ρούχα και τα πάνινα παπούτσια του αδελφούλη μου, μια τραγιάσκα του πατέρα... έχωσα και μια γερή χούφτα μπαμπάκια στο εσώρουχό μου... και με μαγκούρα την καλαμιά πήρα τον ανήφορο ανάμεσα στους κυπαρισσώνες δίχως να ξέρω καλά-καλά κατά πού πήγαινα...


(Συνεχίζεται...

Παρακαλώ, να έχετε λίγη "υπομονή!" Ως που να πάρω την αυτοπεποίθηση αυτής της... ανάρτησης... κρύος ιδρώτας με περιλούζει... μα, μαθαίνω!!!! τ' ακούς Στράτο, κι εσύ, Κατερίνα μου!...)
Σας φιλώ με νυχτερινά, "πανσεληνιασμένα" .... φιλάκια,
Υιώτα)