ΣΕΙΣΜΟΓΕΝΕΙΣ
ΘΥΜΗΣΕΣ
(απόσπασμα
από την Ελεγεία του Σελινούντα)
Ψηλά, στην όχθη του
ποταμού, το λιγνό κορμί, ξαπόσταινε για
λίγο,
ώσπου να συναντήσει
τις σταφυλομαζώχτρες στη κατηφορική
άπλα.
Καλό σημάδι ο
πρωϊνός αυγουστιάτικος βοριάς κι ας
έμοιαζε οργισμένος.
Οι πρώτες ροδόχρυσες
ανταύγειες στον ορίζοντα, άνοιγαν την
αόρατη πύλη για τη μυστική είσοδο, στον
ιερό της Αρχαίας Ελίκης χώρο.
Παιδί άβγαλτο,
αναρωτιόμουν πού είχε τις ρίζες της
αυτή η εμμονή, αυτό το αναπάντητο πάθος
για την Ομηρική πόλη. Ποιά δύναμη
διοχέτευε στο νου μου το μέτρημα του
χρόνου αντίθετα, προκαλώντας τη ρίζα
του καλού ή και του κακού.
Το μυστικό της
ζωής, χαμένος παράδεισος.
Ο συνδυασμός των
αστεριών, συχνά λανθασμένος.
Οι σεισμοί, εκ
βαθέων.
Τα κλειστά χείλη
της γης ακόμα μισανοίγουν, τραυλίζουν,
ξερνούν πανάρχαιες αμαρτίες.
Τα παλιρροϊκά
κύματα ακόμα ξαφνιάζουν μπουκώνοντας
την εκβολή του ποταμού, κι όλη εκείνη
τη γραφική ακτή.
Ενδόμυχος ο φόβος,
συμφωνεί τα μεγάλα μυστικά να μένουν
θαμμένα.
Ήδη ο θερμός αγέρας,
γεμάτος αιωρούμενες ψυχές, να πνίγει
την ανάσα.
Με βλέπω, μικρό
κορίτσι, προκομένο, δυνατό, σαν πρωτογιός
που ήθελε ο πατέρας. Άφοβη, ταυτόχρονα
αναστατωμένη, καθισμένη ψηλά στο πέρασμα
της όχθης.
Τα δόντια έφιγγαν.
Τα χείλη άδροσα. Νόμισα ότι εγώ έτρεμα.
Ένας σεισμός, μάλλον
μέτριος, έκανε τις πέτρες να ροβολούν
από την όχθη.
Γλυστρούσα αθέλητα.
'Ακουσα τη φωνή μου τρομαγμένη να περνά
μέσα
από τα ανοίγματα
της τοξοτής σιδερένιας γέφυρας, να
καλπάζει σαν πουλάρι ασυγκράτητο, με
μάτια ορθάνοιχτα, αβοήθητη, να αναβαίνει,
να πνίγεται ψηλά, στο πλατανόδασος των
Αροανίων, να συναντάει άϋλες σκιές που
φτεροκοπούσαν από τον Ερύμανθο στο
Χελμό, να αναπνέει τους ατμούς των
μαγεμένων υδάτων της Ωκεανίδας Στύγας,
να ξεφεύγει από το μαγνητικό τους κάλεσμα -μη και παγιδευτεί στην είσοδο του Άδη...
να ξεγλυστράει από τη γοητεία της Ίριδας
με τη χρυσή υδρία... να δροσίζει την
αγωνία με δυο-τρεις ξεχασμένες σταγόνες
που κούρνιαζαν σε μια οπλή αλόγου...,
ξέφρενη να επιστρέφει μέσα από τον
φιδωτό Κράθη και να βρίσκει καταφύγιο
στη φωνή ενός μοναχικού, τρομαγμένου
γκιώνη...
Μάζεψα τα κουβάρια
της σκέψης. Φρίκη.
Ο μίτος της Αριάδνης,
ουδόλως εύπεπτος.
Μόνο τα αθώα μάτια
θα ευλογούν τους χαμογελαστούς
ορίζοντες...
Ο κάμπος, φορτωμένος
ή όχι, συνεχίζει να γράφει την αναλφάβητη
ιστορία του στον άνεμο.
Εμείς δεν
γνωρίζουμε να μιλήσουμε με τα Πνεύματα,
να τιθασσεύσουμε τους εντός ανέμους...
======
ΥΓ.:
Φίλες και Φίλοι μου,
...κάτι διαφορετικό, για να αλλάξω λίγο τη ψυχοσύνθεση...
Καλή Εβδομάδα σε όλους.
Σας "χιονο...ασπάζομαι"
Υιώτα