( Westbury Bev., Straub, F., Oct. .14)
"...Κάτω από το φλύαρο φύλλωμα
τoυ ευκάλυπτου, σταματώ του νου το ζύγισμα
στο σμιλευμένο θαλασσόβραχο..."
Ήταν αρκετή μια φωτογραφία με κλαδάκια ευκαλύπτου, να ανασύρει ένα νεανικότερο ποίημά μου...
Ο τεράστιος, ίσως 350-χρονος ευκάλυπτος, στη μέση της πλατείας του σταθμού, δεν υπάρχει πιά. "Ενοχλούσε" τα ανοιχτά παράθυρα των τρένων, ενοχλούσε και τον "Γιωργάκη" που έπρεπε να σκουπίζει μέρα-παραμέρα την αυλή του καφενείου του, ενοχλούσε και τις απένατι δυο γεροντοκόρες, διότι τα αμέτρητα σπουργίτια που παιγνίδιζαν στη σκια των μπράτσων του δεν τις άφηναν να κοιμηθούν τα μεσημέρια!...
Αχ! Βάσω, Ευδοξία, Αγγελικώ... πού να είστε τώρα!!!
Σε
σκέπτομαι
Στροβιλίζονται
οι σκέψεις, ζαλισμένες πυγολαμπίδες.
Πουλιά
ταξιδιάρικα, φτερούγες ξεριζωμένες, φωλιάζουν
σ΄αγκαλιές εποχικές.
Στα
δέντρα, τα χρώματα παραβγαίνουν
με
τους ανθούς της Άνοιξης, υπερτερώντας.
Εύνομες
ώρες συντελούν στη μαγεία
και
στα φυλλο-σκεπάσματα της γης.
Σε
σκέπτομαι. Κάτω από το φλύαρο φύλλωμα
τoυ
ευκάλυπτου, σταματώ του νου το ζύγισμα
στο
σμιλευμένο θαλασσόβραχο.
Επιφανειακώς,
τα κοράκια χάθηκαν... μαζί και τα
σπουργίτια.
Στο
βάθος, τα κύματα σταμάτησαν το χορό
με
τα αφρωτά τους πέπλα.
Ακροβατούν
οι στίχοι.
Το
βλέμμα στο κενό, αδιαπέραστο. Η σκέψη
δύσβατη.
Η
θλίψη, δραπέτης βαρύθυμου ουρανού,
αγγίζει
τη σιωπή. Νοτισμένα τα φτερουγίσματα.
Οι
αναπολήσεις βαριανασαίνουν στους
Σιβυλλικούς
ρυθμούς
του Νοέμβρη...
Χαμήλωσε
ο ουρανός από το βάρος των ονείρων.
Υπέρβαρη
η πραγματικότητα
στους
κουρασμένους ώμους.
Η
καρδιά σφραγίζει τη δική της υπογραφή.
Κάποια
παιδιά παίζουν ανύποπτα στην ακτή.
Καλύψτε
με αγάπη το αθώο βλέμμα τους.
Τα
παιδιά, απ΄την αρχή, ακούν, και βλέπουν
τα πάντα.
(...με μια ακόμη δική μου "σύνθεση" από τις ώρες της μοναξιάς στη "μακρόνησο" του Λονγκ Άϊλαντ)
Πάντα με την Αγάπη,
Υιώτα
