19 Δεκ 2020

ΕΝΑΣ ΟΥΡΑΝΟΣ, ΔΥΟ ΘΑΛΑΣΣΕΣ

ΜΙΑ ΧΟΥΦΤΑ ΑΣΤΕΡΙΑ   
 ΣΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΟΥ

("Το ματωμένο χέρι μου")

(Δημιουργία Υιώτας. Σεπτέμβρης, 8, .20)


 ΜΙΑ ΧΟΥΦΤΑ ΑΣΤΕΡΙΑ

Μια χούφτα αστέρια σού έφερνα

και μια καρδιά γεμάτη νέκταρ.

Λαμπύρισαν τα μάτια σου.

Τα χείλη, τα χιλιοφίλητα, τόξευσαν αχνό χαμόγελο.

Πάντα μιλούσαμε περισσότερο

με τα μάτια. Κι οι ώρες δεν μας έφταναν.


Όταν ριζώνει ο φόβος της απόστασης,

ο χρόνος συρρικνώνεται.

Όπως κι ο ύπνος. Όπως κι η σκέψη.

 

Γλίστρησες

με την ταχύτητα της αστραπής.

Σκάλωσες στην άκρη των χειλιών μου κι ένιωσα

το σθένος σου σε ολόκληρο το κορμί μου.

 

Πότε θα πάψεις να παραμιλάς με τις σκιές της Σελήνης;

Αδυνατώ πλέον, να ιχνογραφήσω μηνύματα ακατάληπτα.

Κρατώ τον ήλιο στο μαξιλάρι που πλάγιαζες αμέριμνος,

μετρώντας τις ανάσες σου.

Το στέρνο μου μοιάζει ανίκανο να ηχογραφήσει

το βάρος σου.

 Η πλευρά που ξάπλωνες, έχει το σχήμα σου.

Αυτό δεν μετριέται.

 

Κι έφυγες σαν Κύριος,

όπως τότε που σε γνώρισα, με το σημάδι

της πληγωμένης καρδιάς σου στο πέτο.

Σε έλουσα στα νερά του αρχαίου Σελινούντα,

σε μύησα στις γιασεμο-στόλιστες τελετές

της Αρχαίας Ελίκης.

Διέλυσα την άμμο μέσα από την βρύση της δικής μου καρδιάς, 

κι άνθισαν οι αμπελώνες.

Το κέρινο σταφύλι,

ρόγα φορτωμένης κύησης, σε τάισε νέκταρ των θεών.

Πολλά έχουν να διηγηθούν οι άγριες ανεμώνες

στα Λιβάδια*

και τα σφερδούκλια στα Παλιάμπελα*.

Θεράπευσα παλαιά αιματώματα στο δέρμα σου.

Σε ανέστησα. Σε οδήγησα στις πλαγιές του ήλιου

να καρποφορήσεις Άνοιξη.

Σε αγάπησα.

Κι όταν η Αγάπη μέστωσε,

πάλι σαν Κύριος έφυγες.


Μου έφυγες!

Ήταν στο τέλος της εβδομάδας, στο γύρισμα του ΄Ηλιου.

Αρπάχτηκα από τις αδύναμες ηλιαχτίδες του

να σε εμποδίσω, να σε μυρώσω, να σε λαμποκοπήσω.

Πέτρινο και το δικό μου χέρι.

Το κορμί, ανήμπορο. Ξύλινο.

 

Μοιάζει να με εκδικήθηκες που έμεινα πίσω.

Τρεμάμενο το στερνό φιλί σου,

δεν ήταν δυνατό από τα σφριγηλά σου χείλη.

Το ένοιωθα.

Χρειαζόσουν

και την έσχατη ρανίδα της ανάσας σου,

απομεινάδι της ελπίδας στην επιστροφή,

που μου αρνήθηκες.

 

Έφυγες Κύριος.

Όπως σε συνάντησα. Όπως σε έζησα.

Όπως ορκιστήκαμε, για να μας αγαπούν. Να μας θυμούνται.

 

Μη μου στέλνεις άλλα σημάδια στον λειψό ύπνο μου.

Μόνο τον δρόμο

Να θυμάσαι…


(Ανάμνηση από την βάπτιση της μικρής και τα γενέθλια της πρωτοκόρης)


*************************************************

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
ΣΕ ΟΛΟΥΣ

ΥΓΕΙΑ, ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ, ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ,
ΑΓΑΠΗ

*************************************************


15 Δεκ 2020



"ΕΝΑΣ ΟΥΡΑΝΟΣ
                               ΔΥΟ ΘΑΛΑΣΣΕΣ"

Στον Δημήτρη μου


Η ΜΑΥΡΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

(Σεπτέμβρης, 4, 2020, 7,30 μ.μ.)

 

Γλίστρησες σαν το δελφίνι από την κοιλιά της μάνας του

πριν τελειώσει η μέρα. 

Σε τούτο τον τόπο, 

η θάλασσα των δακρύων δεν επέτρεπε

να σε συναντήσω στο λιμνασμένο κτίριο, 

να σε αγκαλιάσω,

να με πάρεις πλάι σου… 

«ένας για κάθε μέρα…για ένα δίωρο» δήλωσε ο Κυβερνήτης,

και τούτη την χρονιά 

όλοι έπρεπε να ακολουθούμε τις συνταγές του.


Εσύ, δεν ήσουν ο άρρωστος του φόβου. Ήσουν το θύμα

της απερίσκεπτης καρδιάς σου 

που δεν χόρταινε να στάζει μέλι

για όλους μας. 

Να προσφέρει τις συνταγές της πείρας μιας ζωής

που δεν έμοιαζε με τούτη που πάγωσε όλο τον κόσμο.

Εσύ δεν μας στέρησες την αγκαλιά σου, 

ούτε σκοτείνιασες

τα κουρασμένα σου μάτια.

Εμείς φοβόμαστε για σένα, μήπως αργήσεις να γυρίσεις 

για να κόψουμε τα πρώτα σύκα που μας χαμογέλασαν, 

αγκαλιά με την κερασούλα, 

πριν τα δοκιμάσουν τα σπουργίτια που τους έλειψες.


Μου ξεγλίστρησες,

δίχως να ακούσω την φωνή σου που ήδη είχε χάσει την δύναμή της,

κι ήλπιζα ότι αν με φώναζες, θα την άκουγα

κι ας ήσουν ναρκωμένος και νηστικός…

(Κι ήταν εκείνοι που μου είπαν ότι έπρεπε το συντομότερο 

να σε ζητήσω στο χειρουργείο, πριν σε πάρουν 

-ΘΕΕ και ΚΥΡΙΕ!- και ότι 

θα είχα μετά, δυσκολίες να εντοπίσω πού θα σε πήγαιναν !!!…)

 

Πώς μου έφυγες, πριν να προφτάσω να αρπάξω 

στις παλάμες μου την τελευταία σου ανάσα,

πριν να αποτυπώσω εκείνο το γκριζο-πράσινο αγαπημένο χρώμα

των ματιών σου για να βλέπουμε μαζί τα όσα είδες, 

κι όλα όσα χάραξες στους τόπους που περπάτησες;


Ένα λευκό σεντόνι σκέπαζε το άψυχο κορμί σου, κι είχες 

το στόμα ανοιχτό, προσμένοντας

να σου δώσω την δική μου ανάσα.

Το σφράγισα 

και χούφτιασα το πρόσωπό σου που ήταν ακόμη ζεστό,

όπως κι οι ώμοι σου, και η καρδιά σου.

Σε ταρακούνησα, σε ανασήκωσα, μέχρι που λύγισε 

και το δικό μου το κορμί. 

Δεν είχα τίποτε πλέον να σου δώσω.


Έψαξα για μαντήλι, τίποτε! 

κι όμως! Ένα μανταρίνι 

που είχα βάλει στην τσέπη να σου το έδινα την επομένη, 

μου έδωσε τον χυμό του για τα στεγνά σου χείλη

και το άρωμα της φλούδας του 

να αλείψω το πρόσωπό σου, 

τους ώμους σου,

τα χέρια σου, που δεν άπλωναν 

να με αγκαλιάσουν…


Κι ήρθαν να σε πάρουν, 

και να κλειδώσουν το δωμάτιο με τα άδεια κρεββάτια

και τα χαμηλωμένα φώτα.



Εμένα, δεν με πήραν.


Άφησα τα δάκρυα θύμιση για τα  άδεια κρεββάτια, 

τους βόγγους μου

για τους άχαρους τοίχους.


Γύρισα σέρνοντας

στην αγκαλιά των παιδιών μου, ακολουθώντας

το δρόμο του δικού μας Γολγοθά.


Ακόμη υπάρχω.


( Με την σκέψη μου και με αγάπη,

Υιώτα




19 Νοε 2020

ΕΝΑΣ ΟΥΡΑΝΟΣ, ΔΥΟ ΘΑΛΑΣΣΕΣ

                                      (Σχέδιο Υιώτας. 4 Σεπτεμβρίου, 2020)

 

ΕΝΑΣ ΟΥΡΑΝΟΣ,

                          ΔΥΟ ΘΑΛΑΣΣΕΣ

Στον Δημήτρη


Άδειασαν τα πιθάρια των δακρύων.

Το στενό μονοπάτι, πλημμύρισε.

Ξύλινα τα πόδια, που 

κρατώντας με, 

με έφερναν πίσω σου.

Αυτά τα πόδια που οι άλλοι έβλεπαν 

να σέρνονται, 

κι εγώ τα είχα

διπλώσει γύρω από την μέση σου,

όπως τότε στις ώρες της Άνοιξης.


Άνιση η χορταριασμένη γη που σε 

δέχτηκε.

Μέρα γλαυκή, σχεδόν φθινοπωρινή, 

που με απέρριψε,

κι ας την παρακαλούσα με τα χέρια

διπλωμένα πάνω από την μισή

καρδιά μου, κι ας έγερνα να πέσω 

στο κενό, να σε σκεπάσω.

Μη μου κρυώσεις.


Οι μέρες, που η καρδιά σου σε γονάτισε,

μεταμόρφωσαν μια ζωή ολόκληρη

σε σύνολο μηδαμινό! 

Σε δυόμιση γροθιές ημέρες,

σε δυο χούφτες ώρες ξάγρυπνες.


Κοιτούσα το παγωμένο πρόσωπο,

άθικτο, αινιγματικό. Υπεύθυνο.

'Οπως τότε, που ετοιμαζόσουν, 

ντυμένος με το άψογο γαμπριάτικο 

κοστούμι σου,

με το κόκκινο γαρύφαλλο στο πέτο,

για το ταξίδι του μέλιτος.


Λες και δεν πέρασε από πάνω του 

η αγωνία του κόσμου,

λες και δεν το ράγισε η αγάπη στα δύο,

στα τέσσερα, στα οκτώ,

στους δικούς, στους φίλους, 

σε αυτήν την σημαδιακή ημέρα

στις οκτώ του Σεπτέμβρη.


Σου άρεσε ο αριθμός.

Οκτώ του Φλεβάρη, οκτώ η ώρα, 

στην επιβλητική εκκλησιά

του Αη-Παντελεήμονα των Αχαρνών, 

όπου τα κλασσικά

ολόλευκα στεφάνια στο κεφάλι μας,

σφράγιζαν την μεγάλη απόσταση.


Τα στεφάνια, με τις παρθενόχρωμες

κορδέλλες. Συμβόλαια, που


Έσμιξαν τις

               Δυο θάλασσες 

που θα θα περνούσαμε, 

για να καταλήξουμε 

                σε Έναν Ουρανό.


 Δίπλα-δίπλα τα οκτώ, τα χρόνια σου,

 με την φυσική σου εμφάνιση να τα διαψεύδει.

 Με την αναμφισβήτητη αντρίκια σου αυτοπεποίθηση

 ότι η αχόρταγη ερωμένη που θα σε αγκάλιαζε,

 δεν θα απογοητευτεί…


 Δεν θυμάμαι πώς με έφεραν πίσω…

 Τα πόδια μου με γέλασαν.


 Έμεινα πίσω.

 Δίπλα του, δηλώνοντας τα δικαιώματά μου 

 στην άπληστη ερωμένη.

 Στην Γη, 

 που μας περιμένει.